Μαρτυρίες προσφύγων

(Η κατάρρευση του πολεμικού μετώπου στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας  τον Αύγουστο του 1922  οδήγησε στη βεβιασμένη οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού. Χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικοί έφταναν καταδιωκόμενοι στα παράλια της Μικράς Ασίας και συνωθούνταν με τους επίσης καταδιωκόμενους Μικρασιάτες Έλληνες, που αναζητούσαν εναγώνια τη σωτηρία στη θάλασσα. Πολλοί στρατιώτες, για να αποφύγουν την αιχμαλωσία πετούσαν τις στρατιωτικές στολές τους και  αναζητούσαν ρούχα, ώστε να διαφύγουν απαρατήρητοι μέσα στους υπόλοιπους Μικρασιάτες).

Μαρτυρία Βασιλείου Κουβουκλιώτη (1914-1996)

[…]Τότε εγκαταλείψαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Και τρέχαμε συνεχώς για να προλάβουμε να επιβιβαστούμε στα Μουδανιά.[…] Εγκαταλείψαμε τα πάντα, να βλέπατε τι φριχτή ήταν η κατάσταση εκείνη. Άλλος πετούσε το παιδί του –δεν μπορούσε να το κουβαλήσει– στα χαντάκια. Κλαίγανε τα καημένα τα παιδάκια εγκαταλειμμένα.  Άλλος άφηνε το γέρο πατέρα του, τη γριά μάνα του.
Φτάνουμε στα Μουδανιά, άρχισε η επιβίβαση στο πλοίο. Όποιος προλάβαινε ανέβαινε. Άλλοι έπεφταν, πατούσαμε επάνω τους για να μπούμε στο πλοίο. Οι στρατιώτες πετούσαν το χακί κι έπαιρναν από τους νεκρούς ρούχα να φορέσουν πολιτικά, άλλοι έπαιρναν από τους Τούρκους  ή από Έλληνες. Και όταν ανεβήκαμε επιτέλους στο πλοίο, λίγο πιο πέρα, 50 μέτρα από την παραλία –με τις βάρκες  μας πήγαν στο πλοίο–  κατεβαίνει ο τουρκικός στρατός στα Μουδανιά και αρχίζει τη σφαγή. Απ’ το πλοίο τη βλέπαμε τη σφαγή. Έσφαζαν μηδενός εξαιρουμένου. Σφαγή γενική!


…στα βαγόνια μάς στριμώξανε και πάνω ακόμη από τα βαγόνια μάς βάλανε.
Συλλογή Αθανάσιου Κάζη (Αντίγραφο)

[…]…Μας έφεραν στην Ελλάδα και λέγαμε “επιτέλους σωθήκαμε”. Και στα βαγόνια μάς στριμώξανε και πάνω ακόμη από τα βαγόνια μάς βάλανε. Και με ανοιχτά βαγόνια και με κλειστά ερχόντουσαν οι Έλληνες.
Ήρθαμε και κατεβήκαμε στη Δράμα και μετά από μερικές μέρες μας πήραν και εμάς με τις βοϊδάμαξες στη Ραβίκα, όπου εκεί έμεινα εγώ έως το 1954. 

(Τη μαρτυρία κατέγραψε ο Σάββας Παπαδόπουλος στο περ. Το Λυχνάρι, τ.2, Απρίλιος 1999).

Μαρτυρία Θεογένη Μοσκοφίδη

[…]Εγώ μπόρεσα να έρθω, γιατί ήμουνα στο Αμερικάνικο ορφανοτροφείο. Ήταν ένα ίδρυμα αμερικάνικο με θρησκεία προτεστάντικη. Αυτοί συμμαζέψανε από την Τουρκία από το πεζοδρόμιο παιδιά όσα βρήκανε (στην Τουρκία παιδομάζωμα κάνανε το 1922). Και εμένα τότε με πήραν και ο μικρός αδελφός μου μαζί και ήμασταν από μάνα ορφανά. Ο πατέρας μας παντρεύτηκε, είχαμε μητριά.  Εκεί παντρεύτηκε…

Εφημ. Θάρρος, 4-6-1924

Το 1922 όταν κατεβήκαμε στην Σαμψούντα, μας πήρε το Αμερικάνικο ορφανοτροφείο που είχε θρησκεία προτεστάντικη, που λέμε Ευαγγελισταί. Η Ευαγγελική εκκλησία αυτά τα παιδιά που μάζεψε τα έφερε στην Ελλάδα και σε τέσσερα χρόνια μετά αυτά τα παιδιά “διανέμεψε”  (τα μοίρασε) στους συγγενείς (τους θείους ξαδέρφια κλπ). Έλεγαν “Εμείς αυτά τα παιδιά  τα προστατέψαμε, τα κοιτάξαμε, τώρα πάρτε τα μπορούν να δουλεύουν”. Τα παιδιά δεν ήταν μικρά, δεν ήταν νήπια. Ήτανε 7-8 μέχρι 10-13 χρονών. Μπορούσαν να δουλέψουν, όποιος τα ‘παιρνε  θα τα ‘στελνε να βοσκήσουν τα ζώα, τα αγελάδια του. Έτσι το παιδί μπορούσε να κερδίσει τον επιούσιο που θα έτρωγε. 

Σάββας Παπαδόπουλος, Η Καλλίφυτος Δράμας, Τοπογραφία-Ιστορία-Λαογραφία, Δράμα 2006, σ. 24-25.

                                                                                Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη  – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης