Προσφυγιά 1922 και μνήμη.
Οι απόγονοι θυμούνται

Από τους τέσσερις άμεσους προγόνους μου γνώρισα μόνο μία γιαγιά – οι παππούδες πέθαναν ενόσω ήταν μικρά τα παιδιά τους και η μάνα της μάνας μου πριν σαραντίσω. Μένει λοιπόν η γιαγιά Κυράνθη, που όμως ήταν έξι ή επτά χρονών στον πρώτο εκπατρισμό (1914) και έφηβη στον δεύτερο του 1922 (γεννήθηκε το 1908). Μάλλον δεν τον βίωσε ως εμπειρία τραγική ή βασανιστική, την πρώτη φορά τουλάχιστον, οι Κρυονερίτες (Ανατολικοθρακιώτες) πρόγονοί μου άλλωστε έφυγαν από τα σπίτια τους συντεταγμένοι και με μια ελάχιστη έστω οικοσκευή. Πιο πολύ θυμόταν την πορεία της οικογένειάς της με τα πόδια και κατά διαστήματα με το κάρο, τα τρεχαλητά των παιδιών, τις στάσεις για πρόχειρο φαγητό σαν μια διασκεδαστική εκδρομή χωρίς τέλος. Και κάποτε, πολύ αργότερα βέβαια, συγκρίνοντας την παλιά με την καινούρια πατρίδα έλεγε: «στον παράδεισο ήρθαμ΄». Φυσικά είχαν εδώ στον κάμπο της Δράμας προηγηθεί τα αποστραγγιστικά έργα (δεκαετία του ’30) και σταμάτησαν οι θάνατοι από ελονοσία και φυματίωση που στοίχισαν τη ζωή στον άντρα της, ο οποίος ως μανιώδης κυνηγός βρισκόταν πολύ συχνά μέσα στα έλη κυνηγώντας πουλιά και λαγούς. Βασικός λόγος για τον οποίο δεν άφησε τα τρία αγόρια της να ασχοληθούν με το κυνήγι.


Η Κιαράνν’ (Κυράνθη) αριστερά. Η φωτογραφία προ του 1926.

    Από τον εκπατρισμό του ’22 θυμόταν πιο πολύ την εγκατάσταση της οικογένειάς της στις περίφημες τουρκικές αποθήκες, όπου βέβαια έμεναν οι πιο φτωχοί. Οι δύο αυτές αποθήκες βρίσκονταν πολύ κοντά στη σημερινή πλατεία. Οι ενιαίοι χώροι τους διαμορφώθηκαν με καλαμωτές (από τα άφθονα υδροχαρή φυτά της παρακείμενης βάλτας) σε δωμάτια και στάβλους, ώστε κάθε οικογένεια να έχει δίπλα στο δωμάτιό της και τα ζώα της. Τέλος ανοίχτηκαν παράθυρα και πόρτες ανά δύο γειτονικά δωμάτια και κτίστηκαν τζάκια για τη θέρμανση και το μαγείρεμα. «Καραμπάσια και ρακίτες» απ’ τα έλη χρησίμευαν ως καύσιμη ύλη, όπως και κομμάτια τύρφης. Τριάντα οικογένειες έμειναν στη μία αποθήκη και άλλες τόσες ή και περισσότερες στη δεύτερη.
    Παρόλη ωστόσο την ασφυκτική και πνιγηρή ατμόσφαιρα των αποθηκών, και πάλι η έφηβη γιαγιά μου μιλούσε γι’ αυτές με μια αδιόρατη νοσταλγία, αφού εκεί γνώρισε καλύτερα τον παππού μου Σωτήρη Στράντζαλη, που λίγο αργότερα την έκλεψε, αν και ήταν αρραβωνιασμένη με άλλον: «Εκεί γνωρίστ’καμ’ και αγαπήθ’καμ’», μου έλεγε.

Ο Σωτήρης Στράντζαλης τη δεκαετία του ’30.

    Οι γονείς μου γεννήθηκαν το 1926 και ποτέ δεν τους άκουσα να μιλούν για τη χαμένη πατρίδα των γονιών τους. Γι’ αυτούς εξάλλου πατρίδα ήταν το Καλαμπάκι. Μια φορά μόνο ο πατέρας μου Χρήστος μου είπε: «Μέχρι το ’40 οι παππούδες έπιναν κρασί και έλεγαν “άντε, και καλή πατρίδα”. Μετά τον πόλεμο δεν το ξανάκουσα». Δεδομένου ότι το ’40 ήταν δεκατεσσάρων χρόνων, θεωρώ πως εννοούσε όλους τους άντρες από τριάντα και πάνω. Μετά το ’50 εξάλλου, όταν τέλειωσε ουσιαστικά ο πόλεμος, οι περισσότεροι από τους «παππούδες» είχαν φύγει…

Κ.Σ. (εγγονή).

Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης