Προσφυγιά 1922 και μνήμη.
Οι απόγονοι θυμούνται

[Η γιαγιά Ευδοξία Ντάντου, μετέπειτα Θεοδωρίδου, γεννήθηκε το 1912 στο Κρυόνερο, επαρχία Βιζύης της Ανατολικής Θράκης. Ήταν το τελευταίο κορίτσι, έκτη κόρη της Χριστένιας και του Μανώλη Ντάντου. Την πρώτη φορά που ξεριζώθηκαν, το 1914 ήταν μόλις δυο χρονών. Όταν επέστρεψαν στο Κρυόνερο το 1920, ήταν μόλις οχτώ, ορφανή από πατέρα. Θυμόταν κάθε μικρή λεπτομέρεια της επιστροφής στο Κρυόνερο και, μετά από δυο χρόνια, της εκκένωσης της Θράκης, και τον δρόμο της οριστικής προσφυγιάς. Έμεινε χήρα σε ηλικία 29 χρονών με τρία παιδιά. Τη μικρή της κόρη, τη Μερτζάνη, ο πατέρας της Αθανάσιος Θεοδωρίδης δεν την είδε παρά μόνο μια φορά, πριν σκοτωθεί στο Αλβανικό Μέτωπο. Η γιαγιά δεν ήθελε να μιλάει για τα παλιά, δύσκολα χρόνια, ήθελε να μας λέει μόνο εκείνες τις ιστορίες και τα παραμύθια που θεωρούσε πως έπρεπε να γνωρίζουμε. Η λαχτάρα της για ζωή ήταν τόσο μεγάλη, που ποτέ δεν συμβιβάστηκε με καμιά δυσκολία που θα της στερούσε αυτή τη χαρά, να ζει και να απολαμβάνει το καθετί].

Ευδοξία Νταντοπούλου ή Ντάντου, το 1930.

Η γιαγιά Ευδοξία αφηγούνταν πολλές ιστορίες, «γεννηθείσα το ’12», όπως συνήθιζε να λέει, είχε ζήσει όλη την τραγικότητα της σύγχρονης ιστορίας. Ορφανή από τα έξι της χρόνια (έχασε τον πατέρα της στην «πρώτ’ Βουργαρία», όταν οι Κρυονερίτες ήρθαν κυνηγημένοι στο Καλαμπάκι το 1914 για να βρουν καλύτερη ζωή). «Ανταλλάξιμη» με άλλες έξι αδερφές και μια μάνα που αναγκαζόταν να ξεγελάει τα παιδιά της πως είχε φαΐ να προσφέρει, βάζοντας ένα τούβλο στο φούρνο το βράδυ και παραμυθιάζοντάς τα πως σε λίγο θα είναι έτοιμο το φαγητό, για να κοιμηθούν… Παιδί, που δούλευε στους μπαξέδες για το όποιο μεροκάματο, αρκεί να έφερνε στο τραπέζι μια βούκα ψωμί. Παιδί που θύμωσε με τη μάνα γιατί δεν την άφησε να γίνει δασκάλα αφού «τα γράμματα τα παίρνει, πρώτη στην τάξη είναι», όπως παρακάλαγε ο δάσκαλός της τη μάνα της. Τα «γράμματα» τ’ αγάπαγε πολύ, διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια της μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Κοπέλα π’ αγάπησε και κλέφτηκε, αψηφώντας τα «πρέπει» της εποχής… Χήρα με τρία παιδιά στα εικοσιεννιά της το ’41, δεν είχε ποτέ από τότε την όψη της νιότης. Έκλεινε πάντα μέσα στο μαύρο τσεμπέρι την παρόρμηση της νεότητας, επιτρέποντας να φαίνεται μόνο η σύνεση της μάνας, που ήταν και πατέρας… Κράτησε όμως ως το τέλος την πλούσια κώμη της, δεν έκοψε ποτέ τα μαλλιά της. Κάθε Σάββατο απόγευμα τα έλυνε προσεκτικά και τα έλουζε με πράσινο σαπούνι. Ύστερα τα χτένιζε αργά, λες και λύνοντας κάθε κόμπο τους, έλυνε κι ένα μυστήριο της ζωής. Τα έπλεκε πάλι και τα τύλιγε σ’ έναν κότσο σφιχτό κι όταν ρωτάγαμε αν την πονούν οι φουρκέτες, χαμογέλαγε λέγοντας πως ο πόνος τούτος ο μικρός είναι που σε κάνει να νιώθεις ζωντανός… Ποτέ δεν καταλάβαμε πώς γίνονταν αυτό, δεν ξέραμε κι ούτε ευτυχώς μάθαμε από τέτοιο πόνο…

Από αριστερά, η Ευδοξία με τη μητέρα της Χριστένια και την αδερφή της Αναστασία, με το γιο της, το 1930.

Η Ευδοξία είχε μεταπολεμικά το πρώτο περίπτερο (ως θύμα πολέμου) στην πλατεία του χωριού. Εκεί στο ένα επί ένα μας στρίμωχνε τις εγγονές της, ανάμεσα στα κουτιά με τις σοκολάτες Ίον, τα ματσάκι με τις πιάστρες και το μαγκάλι με τα κάρβουνα που είχε για τη ζέστη και μας μίλαγε…. Μας τραγούδαγε, μας ορμήνευε ……«ένα βραχιόλι να περάσετε στο χέρι σας…», «ό,τι δουλειά κι αν κάν’τε, να εν’ κάτω από κεραμίδ’, όχ’ έξω..»…. Δεν ήθελε να μιλά για τα παλιά, μόνο κάποιες φορές τα έκαμνε παραμύθι και αφηγούνταν τη ζωή που χάθηκε. Το σπίτι στο Κρυόνερο, το παλιό σπίτι στο Καλαμπάκι, βελόνιαζε το λόγο όπως το μαλλάκι στο πλεχτό της, για να καταλήξει πάντα σ’ ένα τέλος, καλό για όλους…

  Από αριστερά, τα ζεύγη Καλοτραπέζη, Χριστοδούλου, Θεοδωρίδη, Κελετζή (1933).

Η γιαγιά μεγάλωνε μαζί μας, σε μια συνθήκη που σήμερα έχει χαθεί, ήταν μέρος της ζωής μας, έγινε μέρος της ζωής των δισέγγονών της – της δώσανε και καινούριο όνομα και το χαίρονταν, ήταν «η γιαγιά η μικρούλα», έτσι τη βάφτισε ο πρώτος δισέγγονος, έτσι έμεινε για όλους…

(«Αγαπητή μου Ευδοξία», 2020, Α. Θεοδωρίδου)

 

Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης