Προσφυγιά 1922 και μνήμη.
Οι απόγονοι θυμούνται

Η μητέρα μου στο ορφανοτροφείο Σερρών, δεύτερη από δεξιά, στη μεσαία σειρά.
Συλλογή Άννας Κλεΐδου

Η μητέρα μου, η Ελένη Κοκκινίδου-Κλεΐδου, γεννήθηκε το 1918 στις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης. Λίγο πριν τον ξεριζωμό πέθαναν ταυτόχρονα, ίδια μέρα, ίσως από μεταδοτική ασθένεια, ο πατέρας της και η μητέρα της. Η μεγαλύτερη  αδελφή της μητέρας μου, η μακαρίτισσα η θεία μου Καλλιόπη, αρραβωνιασμένη τότε και έτοιμη να παντρευτεί, ανέλαβε  το ρόλο της μητέρας. Στο δρόμο της προσφυγιάς η θεία Καλλιόπη έχασε τον αρραβωνιαστικό της και περιπλανήθηκε με τη μητέρα μου  για μήνες ψάχνοντάς τον, χωρίς αποτέλεσμα. Κατέληξαν στη Δράμα όπου τους περιέθαλψε ένας συμπατριώτης τους Σαραντακκλησιώτης.

Δυο ορφανές στη Δράμα εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολο να επιβιώσουν. Η θεία μου η Καλλιόπη αναγκάστηκε να δώσει τη μητέρα μου σε μια εύπορη οικογένεια της Προσοτσάνης. Ήταν κάτι σαν άτυπη υιοθεσία, χωρίς πιστοποιητικά. Δεν πέρασαν πολλοί μήνες και ειδοποιούν τη θεία μου πως η αδελφή της στην Προσοτσάνη υποφέρει, την τυραννούν τα αφεντικά της, οπότε πήγε και την πήρε πίσω στη Δράμα. Την έδωσε δουλάκι −έτσι μου το ανέφεραν πάντα και η μητέρα μου και η θεία Καλλιόπη− σε μια άλλη πλούσια οικογένεια που έμενε στη οδό Περδίκκα. Η μητέρα θυμότανε ότι έπαιρνε τα ρούχα για πλύσιμο, και τα έπλυνε στην Αγία Βαρβάρα, και ότι  μετά το πλύσιμο, τα ρούχα ήταν πολύ βαριά και δυσκολευόταν. Θα πρέπει να ήταν μικρότερη από δέκα ετών.

Η μητέρα και η θεία συνέχιζαν να έχουν έντονο πρόβλημα επιβίωσης. Ίσως γι’ αυτό η θεία Καλλιόπη δέχτηκε το προξενειό που της έκαναν και παντρεύτηκε έναν άνδρα που είχε τη διπλάσια ηλικία της. Τότε που η θεία παντρεύτηκε έβαλε τη μητέρα μου στο Ορφανοτροφείο Σερρών. Εκεί φοίτησε  στο σχολείο και, όπως μου έλεγε, αγαπούσε πολύ τα γράμματα και όλο έψαχνε να βρίσκει βιβλία να διαβάζει. Θεώρησε πως η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή της ήταν το γεγονός πως ενώ είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει το μεγάλο της όνειρο να φοιτήσει στο διδασκαλείο και να γίνει δασκάλα, το σύστημα του ορφανοτροφείου κατηύθυνε τα κορίτσια στην εκμάθηση τέχνης. Έμεινε ακόμη στο ορφανοτροφείο μέχρι τα δεκαοχτώ και έμαθε μοδιστρική, επάγγελμα που άσκησε αμέσως μόλις γύρισε στη Δράμα. Μαζί με τη θεία Καλλιόπη πήγαιναν τα καλοκαίρια στη Μικρόπολη. Η μαμά έραβε και η θεία δούλευε, “μπούρλιαζε καπνά”. Η μητέρα μου παντρεύτηκε στη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής, τότε που η θεία Καλλιόπη έχασε τον άνδρα της. Είχε παϊτόνι, αλλά το άλογό του το επίταξαν οι Βούλγαροι. Έμεινε χωρίς μέσο επιβίωσης και πέθανε από τη στεναχώρια του, όπως μου έλεγε η θεία.

Ο πατέρας μου Θεόδωρος Κλεΐδης (δεξιά), μόλις νιόπαντρος, μπροστά από την είσοδο τυροκομείου, στα «Μαντριά», στο Φωτολίβος, την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής 1941-1944. Πρόσφυγας κι αυτός από τις Σαράντα Εκκλησιές, είχε μάθει από παιδί την τυροκομική τέχνη και την άσκησε ως εποχιακός εργάτης σε όλα τα τυροκομεία της Δράμας. Δούλεψε και στη «Νεογάλ», στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της. Στην πόρτα η βουλγαρική πινακίδα γράφει: «Τυροκομείο πολιτικά επιστρατευμένο. Απαγορεύεται η είσοδος».
Συλλογή Άννας Κλεΐδου

Οι δυο αδερφές πορεύτηκαν μαζί, πολύ δεμένες, κι εγώ δεν ξεχώριζα τη θεία από μάνα μου. Οι μνήμες, όταν τα ανιστορώ όλα αυτά, κυλούν μέσα μου και με πνίγουν με συγκίνηση ανεξέλεγκτη. Η μητέρα μου και η θεία τα συζητούσαν όλα όσα έζησαν εκείνα τα δύσκολα χρόνια, κι εγώ τα άκουγα μικρή, γεμάτη απορίες, γιατί όλα αυτά μου φαινόντουσαν κάτι σαν μια ατέλειωτα δυσάρεστη περιπέτεια. Όμως η μητέρα μού τα διηγούνταν πολύ ήρεμα, χωρίς ποτέ να την ακούσω να βαρυγκομά για ό,τι πέρασε. Έλεγε πάντα “Δόξα σοι ο Θεός” και δεν είχε προσδοκίες. Συνήθιζε να λέει πως δεν θέλει πια τίποτα στη ζωή παρά να είναι καλά τα παιδιά της “και να μου δίνει ο Θεός τη δυνατότητα να αγοράζω ένα ζευγάρι παντόφλες να φορώ”. Ίσως παιδικό απωθημένο μιας δύσκολης εποχής όπου τα φτωχά προσφυγόπουλα περπατούσαν χωρίς την πολυτέλεια να φορούν παπούτσια…

 Άννα Κλεΐδου

Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης