Προσφυγιά 1922 και μνήμη.
Οι απόγονοι θυμούνται

Η Αθηνά Σταμπουλίδου στο Νησί Γρεβενών, δεύτερη από δεξιά, στην πάνω σειρά.

Η διαδρομή ζωής της Αθηνάς Σταμπουλίδου,
Πόντιας δεύτερης γενιάς

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας μου, Γιάννης Σταμπουλίδης, ήταν Ματεμτζής, δηλαδή απ’ το Ακ Νταγ Ματέν,* από πλούσιο σόι. Ο παππούς μου Ανδρέας ήταν πρόεδρος, κεχαγιάς του χωριού. Ήταν άνθρωπος τσορμπατζής, καθώς λέγαν. Είχε τρεις μύλους, πολλά βουβάλια, μα και χωράφια και δέντρα πολλά. Ο πατέρας μου, γεννημένος το 1912, όταν έφθασε στην Ελλάδα ήταν 11 χρονών. Είχε βγάλει ως τότε το δημοτικό. Διάβαζε μάλιστα και λατινικά. Είχε φέρει μαζί του απ’ την πατρίδα ένα βιβλίο με τον τίτλο «Αλέξιος». Ήμουν μικρή, μα θυμάμαι ότι μαζευόντουσαν γυναίκες στο σπίτι μας και του λέγαν: «Γιάνκο, Γιάνκο, διάβασέ μας ξανά τον Αλέξιο». Η γλώσσα του μου φαινόταν ακαταλαβίστικη. Μου εξήγησε ύστερα πως ήταν λατινικά. Το διάβαζε σαν ψαλμωδία, και το μετάφραζε στα ποντιακά.

Το χωριό μας, Νησί Γρεβενών, ήταν 50 σπίτια. Τρία χωριά μαζί (Αγαλαίοι, Κέντρο και Νησί) κάναν μία κοινότητα. Ήταν πολύ γλεντζέδικο χωριό, το πιο γλεντζέδικο απ’ τα τρία. Εκτός απ’ τη λύρα, είχαμε και ζουρνά και νταούλι.

Γεωργός ήταν ο πατέρας μου, αλλά μπορούσε να κάνει σόμπες, μπουριά, κλειδιά, διόρθωνε γραμμόφωνα, φαράσια, έδενε σκούπες. Μόνο τοίχο δε μπορούσε να κάνει. Όλα τ’ άλλα τα έφτιαχνε.

Ο  Γιάνκος Σταμπουλίδης (1912-1968).

Τη μητέρα μου, Ανατολή Κερετλίδου, χρειάστηκε να την κλέψει, γιατί πήγαινε ακόμα σχολείο. Ήταν τότε 14 χρονών. Στα 15 της έκανε το πρώτο απ’ τα 4 παιδιά της. Το 1940, στα 23 της, πέθανε από πνευμονία. Είχε γεννηθεί στη Σαμψούντα το 1918. Ήταν 5 χρονών όταν ήρθανε στην Ελλάδα, στο Καρπερό Γρεβενών, το 1923.

Μόλις σαράντισε η μητέρα μου, ο πατέρας μου πήρε γυναίκα μια χήρα με δύο παιδιά. Η μητριά μου πεθαίνει κι αυτή μετά 6 χρόνια. Έπαθε ανεμοβλογιά. Κι επειδή δεν την πέρασε μικρή, την πέρασε πάρα πολύ άσχημα μεγάλη. Καιγόταν εσωτερικά, εξωτερικά δεν τη χτύπησε. Ήταν λίγο σκληρή γυναίκα. Η εξ αίματος αδερφή μου πέθανε 18 μηνών από ασιτία στην Κατοχή. Εγώ ήμουνα μεγαλύτερη, περπατούσα. Πήγαινα κι έτρωγα στις θείες μου. Την αδερφή μου δεν την τάιζαν και πέθανε. Και το λίγο κριθάρι που μάζευαν το αλέθανε με χερόμυλο. Νερόμυλους δεν είχαν. Είχαν κάψει τα πάντα οι Γερμανοί. Σπάγαν ως και τα κιούπια με το γιαούρτι. Τη δικιά μας τη γειτονιά την κάψαν ολόκληρη. Λιγοστά μόνο πράγματα σώθηκαν. Είχαμε φούρνο έξω απ’ το σπίτι, κι από κάτω μια αποθήκη. Και σώθηκαν μόνο εκείνα, γιατί ο φούρνος δεν πήρε φωτιά. Ήταν φτιαγμένος από κεραμίδια.

Η μητριά μου ξεψυχούσε 2-3 μέρες και δεν έβγαινε η ψυχή της. Είχε γίνει κατάμαυρη. Είχαν τότε οι Πόντιοι τη συνήθεια να κάνουν ένα Τετραβάγγελο. Ερχόταν ο παπάς και τη διάβαζε, ή να γίνει καλά ή να πεθάνει, ν’ αναπαυτεί. Άκουγα τότε τους χωριανούς μου να λεν: «Η αμαρτία του παιδιού την έπιασε». Και το λέγαν’ ποντιακά: «Το πουλίν του Θεού επίασεν ατήν».

Έτσι έμεινα ορφανή κι από μητριά… Ευτυχώς που μας μάζεψε ο στρατός και μας έστειλε στην Αθήνα. Ήταν Ιούνιος του 1946 (κεράσια μαζεύαμε). Η αριστερή θεία μου ήθελε να με πάρει μαζί της στην Τσεχοσλοβακία. Γι’ αυτό μ’ έκρυψε μες στο φούρνο, μα εγώ βγήκα έξω. Μας μαζέψαν οι Μάυδες,** μας βάλανε πάνω στα γαϊδούρια και μας πήγαν στην Ποντινή, χωριό στα Γρεβενά. Είχαμε χρόνια να φάμε άσπρο ψωμί. Μας τάιζαν εκεί καλά. Ξανά δε γύρναγα στο χωριό μου. Ήρθε ο συχωρεμένος ο παππούς μου και με ζήτησε. Είπε πως έσπερνε ο πατέρας μου καλαμπόκια, και με χρειαζόταν. Ο διοικητής τον έριξε χάμω με μια μπουνιά. Λυπήθηκα τόσο, αλλά πίσω δεν πήγαινα. Είχε διατάξει η Φρειδερίκη να μαζέψουνε τα παιδιά από 5 χρονών και πάνω και να τα φέρουνε στην Αθήνα. Σκέφτηκα πως θα πάνε όλα τα παιδιά στην Αθήνα κι εγώ θα μείνω εδώ. Την άλλη μέρα μας βάλανε στ’ αυτοκίνητα, τα τζέιμς, και μας πήγανε στην Κοζάνη, σ’ έναν παιδικό σταθμό, κι από κει στο Παπάφειο, στη Θεσσαλονίκη. Μας εξέταζαν για ασθένειες και μας πήγαν με το καράβι στον Πειραιά. Μας εγκατέστησαν ύστερα στο Ιωσηφόγλειο, στη Ν. Σμύρνη. Εφτακόσια παιδιά ήμασταν εκεί, χώρια τα κορίτσια, χώρια τ’ αγόρια. Πέντε χρόνια καθίσαμε. Καθώς ήμουνα ορφανή από μάνα, η δασκάλα μου μού ’λεγε: «Σταμπουλίδου, το χωριό σου το βλέπεις όποτε θες. Την Αθήνα δύσκολα θα την ξαναδείς. Μείνε δω». Είχε δίκιο. Στην αρχή λέγαμε «πού μας πάνε;». Μετά όμως αρχίσαμε να περνάμε καλά. Μας δίνανε και ψάρια, που δεν τα ξέραμε. Το πρωί μας διόρθωναν τα κρεβάτια, και μεις πηγαίναμε κατευθείαν για πρωινό. Τελικά, γύρισα στο Νησί Γρεβενών το 1952.

Αφήγηση: Αθηνά Σταμπουλίδου

Γυμναστικές επιδείξεις στο Ιωσηφόγλειο Ίδρυμα, στα τέλη της δεκαετίας του 1940.

* Επαρχία και ομώνυμη κωμόπολη, μεταξύ Σεβάστειας και Καισάρειας, με δεκάδες ακμαία ελληνικά χωριά και πολλούς κρυπτοχριστιανούς.
** Άντρες της παραστρατιωτικής οργάνωσης Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ), η οποία συστήθηκε από την Εθνική Κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1946.

Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης