Προσφυγιά 1922 και μνήμη.
Οι απόγονοι θυμούνται

Η Αθηνά Σταμπουλίδου στο Νησί Γρεβενών, δεύτερη από δεξιά, στην πάνω σειρά.

Η διαδρομή ζωής της Αθηνάς Σταμπουλίδου,
Πόντιας δεύτερης γενιάς

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
(Η συνέχεια της αφήγησης)

Στο χωριό μου, Νησί Γρεβενών, όπου εγκατασταθήκαμε μετά τον ξεριζωμό, είχαν ακόμα το τούρκικο σύστημα. Ήταν ντροπή να φανεί κι ο αστράγαλος της γυναίκας. Είχαμε σέβας στους μεγαλύτερους. Σηκωνόμασταν όταν πέρναγε κάποιος από μπροστά μας. Του φιλούσαμε και το χέρι. Ξένους δεν είχαμε στο χωριό. Ερχόταν ένας ψαράς απ’ τη Σιάτιστα και πουλούσε γαύρο. Στο χωριό δεν τα ξέραν τα ψάρια. Μόνο όσοι ήταν απ’ τη Σαμψούντα ήξεραν από γαύρο. Τα λέγαν «χαψία», και τα βγάζαν με το καλάθι απ’ τη Μαύρη Θάλασσα. Ο πατέρας μου όμως δεν ήξερε απ’ αυτά. Ήτανε ορεινό το χωριό του.

Στου πατέρα μου την πατρίδα, το Ακ Νταγ Ματέν, μόνο Πόντιοι ζούσαν. Δεν υπήρχαν καθόλου Τούρκοι. Ο παππούς χαρτζιλίκωνε τους εφέδες, και στα σπίτια τους δεν τους βάζαν οι Χριστιανοί. Τότε ακόμα ο παππούς μου είχε χρήματα, μα και βούτυρα και τυριά. Παίρναν, λοιπόν, το μπαξίσι τους κάθε τόσο, και τους αφήναν ήσυχους.  Όταν έφτασε όμως ο πόλεμος εκεί κάτω, τότε άρχισαν να πειράζουνε τα κορίτσια οι Τούρκοι. «Εμουρτάρτσε με» λέγαν, με μαγάρισε δηλαδή. Όσες γυναίκες πέφταν στα χέρια τους 7 χρόνια δεν κοινωνούσαν. Η γιαγιά μου έβαφε με μουτζούρα τη δωδεκάχρονη τότε θεία μου, και της φόραγε μαύρη μαντίλα για να δείχνει γριά. Ο πατέρας μου έλεγε ότι κάποιες ανοίξανε μνήματα και μπήκαν μέσα, για να μην τις πειράξουν οι Τούρκοι.

Όταν έφευγαν, ο παππούς μου έθαψε έναν κιούπι λίρες κάτω στο χαγιάτι. Πίστευαν ότι θα ξαναγυρίσουν πίσω, γι’ αυτό φύγανε μόνο με τ’ απαραίτητα. Η γιαγιά μου –πιο θαρραλέα– έφτιαξε μάλλινη ζώνη, έβαλε μέσα της λίρες και τις ζώστηκε. Τις κούρεψαν τις γυναίκες για να μην κρύψουν λίρες μες στα μαλλιάς τους. Δεν ξεχώριζες, έλεγε η θεία μου, τους άντρες απ’ τις γυναίκες όταν κοιμόντουσαν στο καράβι.

Γυναίκες πρόσφυγες πρώτης γενιάς από το Ακ Νταγ Ματέν, στο Νησί Γρεβενών. «Ήταν μικρά κοριτσόπουλα όταν πήραν το δρόμο της προσφυγιάς απ’ τα βάθη της Τουρκίας».

Όταν έφτασαν στην Ελλάδα το 1923, τους πετάξαν σε μια παράγκα στη Δραπετσώνα, χωρίς τίποτε. Μια κουβέρτα από πάνω, μια κουβέρτα από κάτω. Σπάσαν κι οι υπόνομοι και μπαίναν κάτω απ’ την παράγκα τα λύματα. Τότε αποφάσισε ο παππούς μου και μερικοί άλλοι να φύγουν απ’ την Αθήνα. Και κατέβηκαν στη Θεσσαλονίκη, στην Άνω Τούμπα. Εκεί δε βρήκαν τίποτε. Γιατί στα χωριά που ζούσαν είχαν δέντρα, χωράφια, νερά. Κι αυτοί νόμισαν πως θα τα βρουν και κει στη Θεσσαλονίκη. Μια βδομάδα καθίσαν, και δεν υπήρχε ούτε νερό. Κουβαλούσαν πάνω στον ώμο τους τενεκέδες από μακριά. Τότε είπαν: «Ντο α φτάμε αδακά εμείς;». Και σηκωθήκαν και πήγαν στην Καρατζόβα, εκεί στο Νομό Πέλλας. Η Καρατζόβα ήταν ωραίο μέρος. Από κει φύγαν γιατί δε βρήκαν φουντούκια και κάστανα, όπως στο χωριό τους. Έτσι πήγαν στα Γρεβενά, και βρήκαν το Νησί, που ’χε πολλά νερά και πολλά δέντρα, φρούτα, καρύδια, αλλά δεν είχε κάστανα. Είχε όμως βαλανιδιές. Εκεί βρήκαν και σπίτια (τούρκικα όλα). Ο παππούς μου πήρε το τελευταίο σπίτι του χωριού. Είχε γύρω πολλά χωράφια και στη μέση μία πελώρια καρυδιά.

Αφήγηση: Αθηνά Σταμπουλίδου

Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης