Προσφυγιά 1922 και μνήμη.
Οι απόγονοι θυμούνται

Ένα αγροτικό, προσφυγικό σπίτι, ιδιοκατασκευή προσφύγων του δραμινού κάμπου, τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς, κτισμένο με πλιθιά. Τέτοια σπίτια κατασκεύασαν οι πρώτοι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Τσάι Τσιφλίκ( (Νέα Αμισό).
(Φωτογραφία Σάββα Παπαδόπουλου)

Ο παππούς μου Θεόδωρος Ρωμανίδης εγκατέλειψε τον τόπο καταγωγής του, τη Σαμψούντα, μαζί με τη γιαγιά μου και τον σχεδόν 12χρονο τότε γιο τους, τον Χρυσόστομο. Όταν επιτέλους μετά από μήνες αγωνιώδους αναμονής στη Σαμψούντα αναχώρησε το πλοίο της σωτηρίας  από το λιμάνι, “πετάξαμε τα κόκκινα φέσια στη θάλασσα. Η θάλασσα είχε κοκκινίσει από αυτά”, διηγούνταν ο παππούς.
    Αφού έφτασαν στην Ελλάδα με άλλους συντοπίτες,  τους προώθησαν σε χωριό της Λάρισας και στη συνέχεια τους έβαλαν στο τρένο με προορισμό τη Δράμα. Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας φορτώθηκαν τα λιγοστά μπογαλάκια τους και κατά τις υποδείξεις των αρχών της Δράμας κατευθύνθηκαν στην περιοχή “Kουρσούμ τζαμί” που βρισκόταν στα βορειοανατολικά σύνορα της πόλης. «Εκεί θα πάτε για προσωρινή εγκατάσταση», τους είπαν οι εποικιστικές υπηρεσίες, που αρχικά έστελναν πολύ προσφυγικό κόσμο να στεγαστεί στα τζαμιά. Μέσα σ’ αυτά στεγάστηκαν χιλιάδες πρόσφυγες, στριμωγμένοι «σαρδεληδόν».
       Εκεί λοιπόν, μέσα στο Κουρσούμ τζαμί (που από τις αρχές του 1925 μετατράπηκε σε εκκλησία της Αγίας Τριάδας) και στα αντίσκηνα που είχαν στηθεί προς την πλευρά του στρατοπέδου, στους πρόποδες του Κορύλοβου, εγκαταστάθηκαν για προσωρινή φιλοξενία η οικογένεια του παππού μου και πολλοί από τους πρόσφυγες, μετέπειτα κατοίκους του οικισμού Νέα Αμισός.

Το Κουρσούμ τζαμί, ο σημερινός ναός της Αγίας Τριάδας. Εδώ εγκαταστάθηκαν, για προσωρινή φιλοξενία, πολλές προσφυγικές οικογένειες.
(Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Βασίλη Μεσσή Τα διασωσμένα οθωμανικά τεμένη στην Περιφερειακή Ενότητα Δράμας, Δράμα 2021 , σελ. 118)

      Στη συνέχεια, τους μετεγκατέστησαν για λίγους μήνες στο Εσκί τζαμί (μετέπειτα Άγιο Νικόλαο) και εν τέλει, το φθινόπωρο του 1923, ήρθαν για οριστική εγκατάσταση στο Τσάι Τσιφλίκ. Ήταν μουσουλμανικό τσιφλίκι και είχε λάβει αυτό το όνομα από το ρέμα (τσάι) που διέσχιζε το τσιφλίκι (άνω και κάτω «Τσάι Τσιφλίκ»).
    Όπως αφηγείται ο Παναγιώτης Χατζηγιαννίδης κάτοικος Νέας Αμισού, «πολλοί συντοπίτες, βασανισμένοι και κουρασμένοι από την πολύμηνη ταλαιπωρία ήθελαν να εγκατασταθούν σε χωριά, κυρίως ορεινά όπως το Μακρυπλάγι, όπου υπήρχαν εγκαταλειμμένα σπίτια που άφησαν πίσω τους οι μουσουλμάνοι της ανταλλαγής. Όμως ο παππούς σου ο μακαρίτης (Ρωμανίδης Θεόδωρος) δεν τους άφησε. Πού θα πάμε τους έλεγε “Α’ σα ραchiα έρθαμε, σα ραchία θα πάμε;” (Από τα βουνά ήρθαμε στα βουνά θα πάμε;). Ήθελε να είναι κοντά στην πόλη. “Κάτι να πάθουν τα παιδιά μας να είμαστε κοντά σε νοσοκομείο”, τους έλεγε»*.
        O χώρος όπου βρίσκεται σήμερα η Νέα Αμισός, (το Τσάι Τσιφλίκ) είχε προγραμματισθεί να γίνει οικισμός-χωριό, αξιοποιώντας λίγα κτίσματα του τσιφλικά που υπήρχαν εκεί (αποθήκες, κτλ). Για να γίνει χωριό, θα έπρεπε να υπάρχει ένας αριθμός οικογενειών. Και έπρεπε να ξεκινήσουν από την αρχή. Μαζεύτηκαν, τους έδωσαν αντίσκηνα και μία αγελάδα σε κάθε οικογένεια.  Έκαναν πλιθιά δουλεύοντας με τα χέρια τους τη λάσπη, αναμειγμένη με άχυρα, και έκτισαν τα πρώτα σπίτια.

Θεόδωρος Ν. Ρωμανίδης
*Θεόδωρος Νεόφ. Ρωμανίδης, Νέα Αμισός Δράμας (Τσάι Τσιφλίκ), το χωριό του παππού μου, Ξάνθη 2017, σελ. 59.

Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης