Τα ορφανά προσφυγόπουλα της Δράμας

Γυμναστικές επιδείξεις Ορφανοτροφείου Αρρένων Δράμας. Δεκαετία του ’20. Συλλογή ΔΕΚΠΟΤΑ Δράμας

Στην πόλη της Δράμας το πρόβλημα των ορφανών εμφανίζεται εντονότατο από το φθινόπωρο του 1922, μετά την εγκατάσταση χιλιάδων απορφανισμένων προσφυγικών οικογενειών.
«Χιλιάδες παιδάκια ορφανά, από πατέρα ή και από μητέρα μαζί, εγκαταλελειμμένα και απροστάτευτα, ξυπόλητα, γυμνά, άρρωστα και πεινασμένα, στριμωγμένα μέσα σε παράγκες, σε κοτέτσια […] βρώμικα και σιχαμένα και με το πικρό παράπονο κατά της τύχης, η οποία τόσον άσπλαχνα ήλθε να τα κτυπήσει διά του χαμού των προσφιλών γονέων τους είτε εις την Ομηρίαν των Βουλγάρων είτε εις την Μικρασιατικήν και Ποντιακήν Καταστροφήν».
«Κορίτσια ενήλικα, πεντάρφανα και πανέρημα. Κορίτσια χωρίς κανέναν προστάτη […] συλλογιζόμενα το μέλλον των, που τόσο απειλητικά εγείρεται εμπρός των και μάλιστα υπό τας σημερινάς περιστάσεις όπου ο βούρκος της διαφθοράς και της αθλιότητος έφθασε εις το ζενίθ της εξαπλώσεώς του».
Κι όμως υπήρχε κρατική πρόνοια. Λειτουργούσαν ήδη από το 1919 το Εθνικό Οικοτροφείο Αρρένων και τη Βιοτεχνική Σχολή Θηλέων. Στα ορφανοτροφεία αυτά τα ορφανά φοιτούσαν στα δημοτικά σχολεία και στα εργαστήρια τεχνικής κατάρτισης‧ στο θηλέων υπήρχαν διάφορα εργαστήρια χειροτεχνημάτων, πλεκτικής, ταπητουργικό εργαστήριο (υπό την προστασία του Ταπητουργικού Οργανισμού) και παιδαγωγικός κήπος ενώ στο αρρένων λειτουργούσε επιπλέον γυμνάσιο, γεωργικές σχολές και διδασκαλείο. Το Οικοτροφείο αρρένων το 1927 είχε 240-50 τρόφιμους και η Βιοτεχνική σχολή από 140 περίπου μαθήτριες το 1924, έφτασε τις 200 το 1936, λίγο προτού καταργηθεί.

Πολλές χήρες και μητέρες ανήλικων ορφανών παραπονιόνταν ότι δεν γίνονταν δεκτά τα ορφανά τους τέκνα στα ορφανοτροφεία της πόλης μας, καθώς δεν επαρκούσαν. Έτσι πλήθος ορφανοπαίδων περιφέρονταν αδέσποτα προσπαθώντας με μύρια βάσανα και τρόπους να εξοικονομήσουν τον επιούσιο άρτο. Παιδιά  εφημεριδοπώλες, καπνεργάτες,  σιγαροπώλες, λουστράκια και τσιράκια, παιδιά στην υπαίθρια αγορά, σε παντοπωλεία, καφενεία, κουρεία, βοηθοί σωφέρ, εργάτες σιδηρουργείων και καροποιείων. Παιδιά καταπονημένα από την καθημερινή βιοπάλη, πολλά από τα οποία πάσχιζαν να συντηρήσουν πολυμελείς οικογένειες.

Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης