You are currently viewing Ανταλλάξιμα τεμένη της Δράμας: Η διαχείριση της οθωμανικής κληρονομιάς

Ανταλλάξιμα τεμένη της Δράμας: Η διαχείριση της οθωμανικής κληρονομιάς

Η περίπτωση του Εσκί τζαμί (1924)

Γεωργία Μπακάλη

Θέατρο ή εκκλησία; Το ζήτημα αυτό ανέκυψε το καλοκαίρι του 1924 για το «εν τη Πλατεία Ελευθερίας τέμενος», το εμβληματικό Εσκί τζαμί. Οι αρμόδιες Αρχές, φορείς και κάτοικοι της πόλης συζητούσαν τη νέα χρήση του τεμένους. Τέθηκε τότε, με τη σύγχρονη ορολογία, ζήτημα διαχείρισης των οθωμανικών μνημείων. Σήμερα τα μνημεία αυτά, διάσπαρτα στην Ελλάδα, εξακολουθούν να τροφοδοτούν τον δημόσιο διάλογο σε συνάρτηση με την εκάστοτε κοινωνική και πολιτική συγκυρία της Ελλάδας και τις σχέσεις της με την Τουρκία, ενώ συχνά γίνονται αντικείμενο αντιπαραθέσεων, προβολής ιδεολογιών και άσκησης εξουσίας. Κατά συνέπεια, η οθωμανική υλική κληρονομιά αποτελεί μια κληρονομιά υπό συνεχή διαπραγμάτευση.

Γιατί όμως διχάστηκε η τοπική κοινωνία; Τι διακυβευόταν; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στην «τουρκόπολιν» Δράμα ήταν διεσπαρμένα στο κέντρο και στις μουσουλμανικές συνοικίες δεκάδες οθωμανικά κτίσματα: τζαμιά, ιμαρέτ, μενδρεσέδες, τεκέδες, σχολές, λουτρά, χάνια. Ισοδυναμούσαν με ένα τεράστιο από πολιτισμικής άποψης κτιριακό απόθεμα, τεκμήρια ενός στιβαρού ιστορικού παρελθόντος και ταυτόχρονα μια ανεκτίμητης αξίας κληρονομιά. Στη συνοικία Εσκί Τζαμί, στο πιο νευραλγικό σημείο της πόλης, βρισκόταν το ομώνυμο τζαμί, το παλαιότερο τζαμί (χτισμένο περί τα 1481-1512), και δίπλα ο ομώνυμος μενδρεσές με αξιόλογη βιβλιοθήκη[1].

Καθώς ολοκληρωνόταν η αναχώρηση των μουσουλμάνων της Δράμας τον Μάιο-Ιούνιο του 1924, τα ανταλλάξιμα αστικά και αγροτικά ακίνητα (ιδιωτικά και βακουφικά) πέρασαν στην κυριότητα του ελληνικού κράτους. Σε εκείνη την κρίσιμη συγκυρία της μετάβασης, στο πλαίσιο της Ανταλλαγής των πληθυσμών και του συνακόλουθου εξελληνισμού της Δράμας, η νέα χρήση των οθωμανικών κτιρίων, ιδίως η μετατροπή χώρων λατρείας σε χριστιανικούς ναούς, σηματοδοτούσε το τέλος μιας εποχής. Ωστόσο κατά τις διαδικασίες ρύθμισης του νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος και της χρήσης τους, ορισμένα ανταλλάξιμα κτίρια ανάγονταν σε επίδικο ζήτημα. Μια τέτοια περίπτωση αποτέλεσε το Εσκί τζαμί.

Τον Μάιο του 1924 η Μητρόπολη Δράμας φαίνεται ότι δημιούργησε τετελεσμένα. Ζήτησε εγγράφως από τη Νομαρχία να μετατραπούν τέσσερα τεμένη (το Εσκί τζαμί και τα επί των οδών Φιλίππου-Γαληνού, Άρμεν-Φωκίωνος καθώς και το επί της οδού Κόδρου) σε χριστιανικούς ναούς λόγω του «υπερτετραπλασιασμού των χριστιανών».[2] Για τη διάθεση όμως των μουσουλμανικών ακινήτων αρμόδια ήταν ειδική Επιτροπή που συστήθηκε με εντολή του υπουργείου Γεωργίας. Ωστόσο η Μητρόπολη ανακοίνωνε τον καθαγιασμό του «τέως τεμένους Μουφτείας σε ιερό ναό του Αγίου Νικολάου»[3] και η «Εκκλησιαστική Επιτροπή του ιερού ναού προσφύγων» καλούσε τους χριστιανούς για την κυριακάτικη λειτουργία στις 29 Ιουνίου 1924.[4] Συγχρόνως και η Εκκλησιαστική Επιτροπή Αγίων Αποστόλων ανακοίνωνε την τέλεση της πρώτης λειτουργίας «εις το μεταβληθέν τζαμί», στη «νέα εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων», όπου τοποθετήθηκαν τότε όλες οι μεγάλης αξίας εικόνες που μετέφεραν από τις πατρίδες τους Ανατολικοθρακιώτες πρόσφυγες, εγκατεστημένοι ήδη στον Μικτό Προσφυγικό Συνοικισμό.[5]

Όμως τα προεδρεία των προσφυγικών συλλόγων, έπειτα από εισήγηση του προέδρου των Ποντίων, του γιατρού Ευστάθιου Σπυράντη, συζήτησαν το θέμα που ανέκυψε για το Εσκί τζαμί και αποφάσισαν τη μετατροπή του «αντί Εκκλησίας εις Θέατρον», με το σκεπτικό ότι άλλα τζαμιά της πόλης θα μετατρέπονταν σε εκκλησίες.[6] Η Επιτροπή για τη διάθεση των μουσουλμανικών ακινήτων, αφού παρέπεμψε το θέμα στο υπουργείο Γεωργίας, αποφάσισε την αναβολή της τέλεσης των εγκαινίων της εκκλησίας.[7] Μέσω τηλεγραφήματος του υπουργείο Γεωργίας διατάχθηκε το τζαμί να παραμείνει εκκλησία.[8] Το Θάρρος τότε ξεσπάθωσε κατά του Μητροπολίτη: «Δεν εννοεί ο Μητροπολίτης να σεβασθή τους νόμους και τας αποφάσεις των αρχών. Εννοεί πάση θυσία να μετατρέψει το Εσκή τζαμί εις εκκλησίαν με το έτσι το θέλει, αδιαφορών διά τα πάντα […] έστω κι εάν εκείνο που θέλει είναι έκνομον».[9] Η Πρωία αναρωτήθηκε αρχικά γιατί άραγε η Μητρόπολη επέμενε να μετατρέψει το τζαμί σε εκκλησία, παρά την κοινή απόφαση φορέων και επιτροπών να γίνει θέατρο, με το σκεπτικό ότι η πόλη χρειαζόταν μόνιμη θεατρική στέγη και εξάλλου η συγκέντρωση τεσσάρων εκκλησιών στην ίδια συνοικία δεν εξυπηρετούσε κανέναν.[10] Επανήλθε πιο βιτριολική εστιάζοντας στον περιβάλλοντα χώρο: «Και οι κύριοι αντιπρόσωποι του Θεού φρονούσιν ότι ο χώρος του Εσκί Τζαμί θα εξυπηρετήση τα συμφέροντα των προσφύγων όταν μεταβληθή εις Εκκλησίαν; Και πρέπει διά το καπρίτσιο των να μείνουν 60 τουλάχιστον αστοί πρόσφυγες άνευ μαγαζείων διά να πωλώσι ευλογίας και κεριά οι άγιοι πατέρες; […] θέλουν εκκλησίαν και αδιαφορούν ότι στο τζαμί αυτό θα κτισθούν 60 μαγαζεία όπου θα ζήσουν 60 οικογένειαι προσφύγων».[11]

Η απόφαση να γίνει εκκλησία πυροδότησε διαδοχικές αντιδράσεις. Ένας παρεμβατικός αρθρογράφος κατακεραύνωνε (χωρίς να εμφορείται, όπως ξεκαθάριζε, από αντικληρικά αισθήματα) τους ιερωμένους που προκάλεσαν «μια εξωφρενική διαταγή ενός υπουργού, που με μια μόνο κονδυλιά διέγραψε τη θέληση ενός λαού και δέχτηκε την άποψιν πεντέξι ρασοφόρων», παρατηρώντας με οξυδέρκεια: «Η δημοκρατία που μας απήλλαξε απ’ το μοναρχισμό δε θα μας απαλλάξη κι απ’ τον παπαδισμό; Και μπορεί να έχη θέση σε Δημοκρατική Κυβέρνηση ένα άτομο που παραγνωρίζει τη θέληση ενός λαού […];». Τοποθετώντας το ζήτημα πολιτικά, θεωρούσε αντιδημοκρατική τη διαταγή που αντέβαινε στην πρόσφατη πολιτειακή αλλαγή, την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, και τη στιγμή που όλος ο κόσμος «πλην των ολίγων παπάδων» υποστήριζε τη μετατροπή σε θέατρο.[12] Σύλλογοι γηγενών, προσφύγων, καπνεμπόρων κ.ά. συνυπέγραφαν τηλεγράφημα διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση καταγγέλλοντας την αυθαίρετη κατάληψη, όπως τη χαρακτήριζαν, του τεμένους και του μεγάλης εκτάσεως και αξίας περιβάλλοντα χώρου από τις εκκλησιαστικές Αρχές («εκμεταλλευθεισών θρησκοληψίας ελαχίστων απλοϊκών»), ενώ θα μπορούσε να εξυπηρετήσει ποικιλοτρόπως την προσφυγική αποκατάσταση.[13] Ως προς την αιχμή αυτή υπήρξε αντίλογος, ότι η μετατροπή σε εκκλησίας δεν οφειλόταν στη «θρησκοληψία ολίγων», αλλά επιβαλλόταν εξαιτίας της ανεπάρκειας εκκλησιών ιδίως τις γιορτές.[14] Αντίθετοι στο να γίνει εκκλησία ήταν και ο πληρεξούσιος Δράμας Δ. Βάντσης και Ροδόπης Ζ. Μπογιώτας.[15] Το ζήτημα δίχασε την κοινωνία. Κατά μία άποψη το τζαμί δεν ήταν κατάλληλο για αρχιτεκτονικούς λόγους να γίνει ούτε εκκλησία ούτε θέατρο (λόγω μικρής χωρητικότητας), αντιθέτως η μετατροπή του σε βιβλιοθήκη, αφενός θα πρόσφερε πολύ περισσότερες ευεργεσίες στους νέους που περιορίζονταν στην ανάγνωση εφημερίδων, αφετέρου θα ήταν λιγότερο δαπανηρή.[16] Κατά μία άλλη άποψη, ο προσφυγικός κόσμος που εγκατέλειψε στην Ανατολή μεγαλοπρεπείς ναούς «επιθυμεί ν’ αποκτήση και ενταύθα πρωτίστως ανάλογον Ναόν».[17] Άλλοι πρόσφυγες με συγχαρητήρια επιστολή τους διερμήνευαν «την ενδόμυχον χαράν των προσφύγων» για τη μετατροπή του τεμένους σε εκκλησία, «εις την οποίαν προσευχόμενοι οι πρόσφυγες λησμονούν τα παθήματά των. Ευχόμεθα το ίδιον να γίνη και εις την Αγίαν Σοφίαν».[18]

Την τελική όμως απόφαση θα έπαιρνε το υπουργείο Γεωργίας, το οποίο παλινωδώντας εξέδωσε νέα διαταγή που όριζε το Εσκί τζαμί να μη γίνει εκκλησία, αλλά να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες των προσφύγων και της πόλης, εμμένοντας μάλιστα σε παλαιότερη διαταγή του να γίνει θέατρο.[19] Λίγες μέρες μετά, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Ανταλλαγής (ΓΣΑ), ίσως και για να κατευνάσει τις αντιδράσεις, αποφάσισε το εξής: μόλις θα άρχιζε η ανέγερση σε άλλο σημείο της πόλης μεγάλης εκκλησίας, θα έπρεπε να εκκενωθεί το τζαμί και να παραδοθεί μαζί με τον γύρω χώρο στον Δήμο για εκμετάλλευση, ο δε χώρος της αυλής να παραχωρηθεί για την εγκατάσταση παραπηγμάτων προς εξυπηρέτηση των προσφυγικών αναγκών.[20] Ωστόσο τέτοια εκκλησία δεν χτίστηκε ποτέ και η συνέχεια είναι γνωστή. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι έναν μήνα μετά η Εκκλησιαστική Επιτροπή του ιερού ναού Αγίου Νικολάου εξέφραζε δημόσια τις ευχαριστίες της στην εκ Μουδανίων Μικράς Ασίας πρόσφυγα Υπερμαχία Σπυνάρη και στα τέσσερα τέκνα της που αφιέρωσαν στον ναό δύο μανουάλια τοίχου αξίας 3.000.[21] Όσο για την εμπορική εκμετάλλευση του περιβάλλοντα χώρου, το ΓΣΑ αποφάσισε τη διάνοιξη παρόδων προς το Εσκί τζαμί και το Σαντριβάν τζαμί, για να «επιτευχθή η ανέγερσις μαγαζείων πέριξ των ως άνω τεμενών διά πρόσφυγας επαγγελματίας».[22]

Σημειωτέον ότι το 1924 η πόλη αντιμετώπιζε οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα, αφού τα διαθέσιμα κενά σπίτια ή δωμάτια είχαν υπερπληρωθεί και η ανέγερση προσφυγικών συνοικισμών δεν είχε ξεκινήσει. Το πρόβλημα είχε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Άστεγοι ωθούμενοι από το ένστικτο της επιβίωσης (ενόψει και του επικείμενου χειμώνα) έσπασαν τη θύρα του Αγίου Νικολάου για να στεγάσουν την απελπισία τους.[23] Στο Εσκί τζαμί στεγάζονταν επιπλέον τα γραφεία του Παμπροσφυγικού Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Προσφύγων και του Συλλόγου Αδριανουπόλεως, ενώ στην αυλή είχαν στηθεί τα γραφεία του Καππαδοκικού Συλλόγου.[24] Ο Σύλλογος αυτός ζήτησε από την Επιτροπή τη στέγαση όλων των άστεγων προσφύγων στα τεμένη, «τα μεταβληθέντα ή μη εις εκκλησίας», αντίθετα η Μητρόπολη ζήτησε να μην παρακωλύονται οι λειτουργίες «εν ταις καταληφθείσες εκκλησίες», και η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη «το αναπόφευκτον της ολοκληρωτικής των εκκλησιών καταλήψεως», αποφάσισε να αφήσει τα πράγματα όπως είχαν.[25] Έτσι στο Εσκί τζαμί παρέμεναν κυρίως γέροντες, χήρες και παιδιά, ενώ με απόφαση του υπουργείου Γεωργίας μέχρι την άνοιξη του 1925 θα στεγάζονταν Καππαδόκες πρόσφυγες.[26] Το Εσκί τζαμί είχε επιλεγεί να μετατραπεί σε χριστιανικό ναό οριστικά και αμετάκλητα, αλλά ο Άγιος Νικόλαος αναπόφευκτα λειτουργούσε προσωρινά ως αυτοσχέδια δομή φιλοξενίας. Αλλιώς κάποιοι πρόσφυγες θα πέθαιναν από τις κακουχίες και το ψύχος…

Γιατί όμως τόσος σάλος για το Εσκί τζαμί και όχι για τα συνοικιακά τζαμιά; Χωροθετημένο στην καρδιά της πόλης, σε περίοπτη θέση σε σχέση με τα άλλα τεμένη, δίπλα στην κεντρική Πλατεία και εντός της αγοράς, με εμπορικά εκμεταλλεύσιμο περιβάλλοντα χώρο ήταν προνομιούχο ακίνητο. Το Εσκί τζαμί απέβαινε ανταγωνιστικό προϊόν. Το διεκδικούσε σθεναρά ένας δυναμικός μητροπολίτης, ο ποντιακής καταγωγής Λαυρέντιος. Κατά τη σύντομη ποιμαντορία του στη Δράμα (1922-1928), ο Λαυρέντιος είχε θεσμική εμπλοκή, άρα ρόλο-κλειδί σε ζητήματα περίθαλψης και αποκατάστασης των προσφύγων. Ως Πόντιος συνέβαλε στην ίδρυση του συνοικισμού της Νέας Κρώμνης και ως πρόεδρος του παραρτήματος του Ταμείου Στεγάσεως Προσφύγων επόπτευε την ανέγερση του ομώνυμου συνοικισμού. Ήταν επίσης πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ορφανοτροφείων Ανατολικής Μακεδονίας και ως πρόεδρος της Ανωτέρας Διδακτηριακής Επιτροπής κίνησε τις διαδικασίες για την ίδρυση νέου γυμνασίου στην πόλη. Ανέπτυξε όμως και τη δική του πολιτική σε θέματα λατρείας ως θρησκευτικός άρχων. Για να εξυπηρετήσει αυτή την πολιτική, αναμείχθηκε και σε ζητήματα διάθεσης μουσουλμανικών ακινήτων, παρότι δεν ήταν μέλος της Επιτροπής, εξασφαλίζοντας τη μετατροπή τζαμιών σε εκκλησίες. Ως γνωστόν, υπήρξε κτήτορας της «Ιεράς Λαυρεντιανής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος», η οποία με τη μικρογραφική βυζαντινή αρχιτεκτονική της, τα μαρμάρινα ανάγλυφά της και τα αρχαΐζοντα επιτύμβια αναγόταν σε σύμβολο θρησκευτικό και εθνικό. Σε αυτή την πολιτική πρέπει να εντάξουμε την «πραξικοπηματική» μετατροπή του επιβλητικού τεμένους σε χριστιανικό ναό. Στην προκειμένη περίπτωση η όποια ανάγκη να εξυπηρετηθούν λατρευτικοί λόγοι διαπλεκόταν με την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπιμοτήτων.

(Η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή και η εν γένει αξιοποίηση κειμένων, αποσπασμάτων τους ή φωτογραφιών αναρτημένων στην pylidramas.gr είναι ελεύθερη, με τον όρο ότι, για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, θα γίνεται αναφορά/παραπομπή στο σχετικό κείμενο.)


  • 1. Στράτος Κασμερίδης, «Συμβολή στην τοπογραφία της πόλης της Δράμας κατά το α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα: η μετάβαση από την οθωμανική Δράμα στη Δράμα των Νέων Χωρών του ελληνικού κράτους. Συνοικίες, μικροτοπωνύμια, τοπόσημα», ΠΕΣΔ (6/2017) σ. 435-454⸱ στο ίδιο, Βασίλης Μεσσής, «Τα οθωμανικά τεμένη της Δράμας και η επόμενή τους μέρα», σ. 351-371.
  • 2. Θάρρος, 14 Μαΐου 1924.
  • 3. Θάρρος, 22 Ιουνίου 1924.
  • 4. Πρωία, 28 Ιουνίου 1924.
  • 5. Πρωία, 27 Ιουνίου‧ Θάρρος, 26 Ιουνίου & 1 Ιουλίου 1924.
  • 6. Θάρρος, 24 Ιουνίου 1924.
  • 7. Θάρρος & Πρωία, 29 Ιουνίου 1924.
  • 8. Πρωία, 1 Ιουλίου 1924.
  • 9. Θάρρος, 29 Ιουνίου 1924.
  • 10. Πρωία, 29 Ιουνίου 1924.
  • 11. Πρωία, 4 Ιουλίου 1924.
  • 12. Α. Δ., «Το Εσκή-τζαμί», Πρωία 3 Ιουλίου 1924 & του ιδίου, «Πατατιδισμοί», Πρωία, 6 Ιουλίου 1924.
  • 13. Θάρρος, 4 Ιουλίου 1924.
  • 14. Θωμάς Κάρπος προς Υπουργείον Παιδείας, Θάρρος, 6 Ιουλίου 1924).
  • 15. Πρωία, 5 Ιουλίου 1924.
  • 16. Γ. Α. Καππαδόκης, «Διά το Εσκή Τζαμί», Θάρρος, 4 Ιουλίου 1924.
  • 17. Β. Πατανίδης, «Θέατρον ή εκκλησίαν;», Θάρρος, 5 Ιουλίου 1924.
  • 18. Θάρρος, 10 Ιουλίου 1924.
  • 19. Πρωία, 2 Αυγούστου 1924.
  • 20. Πρωία, 8 Αυγούστου 1924.
  • 21. Θάρρος, 7 Σεπτεμβρίου 1924.
  • 22. Θάρρος, 9 Δεκεμβρίου 1924.
  • 23. Θάρρος, 19 Οκτωβρίου 1924.
  • 24. Θάρρος, 28 Σεπτεμβρίου, 7 & 28 Νοεμβρίου 1924.
  • 25. Θάρρος, 31 Οκτωβρίου 1924.
  • 26. Θάρρος, 21 Νοεμβρίου, 4 Δεκεμβρίου 1924 & 1 Απριλίου 1925‧ Ο Αγών, 23 Μαρτίου & 2 Απριλίου 1925.

Η περίπτωση του Εσκί τζαμί (1924)

Γεωργία Μπακάλη

Θέατρο ή εκκλησία; Το ζήτημα αυτό ανέκυψε το καλοκαίρι του 1924 για το «εν τη Πλατεία Ελευθερίας τέμενος», το εμβληματικό Εσκί τζαμί. Οι αρμόδιες Αρχές, φορείς και κάτοικοι της πόλης συζητούσαν τη νέα χρήση του τεμένους. Τέθηκε τότε, με τη σύγχρονη ορολογία, ζήτημα διαχείρισης των οθωμανικών μνημείων. Σήμερα τα μνημεία αυτά, διάσπαρτα στην Ελλάδα, εξακολουθούν να τροφοδοτούν τον δημόσιο διάλογο σε συνάρτηση με την εκάστοτε κοινωνική και πολιτική συγκυρία της Ελλάδας και τις σχέσεις της με την Τουρκία, ενώ συχνά γίνονται αντικείμενο αντιπαραθέσεων, προβολής ιδεολογιών και άσκησης εξουσίας. Κατά συνέπεια, η οθωμανική υλική κληρονομιά αποτελεί μια κληρονομιά υπό συνεχή διαπραγμάτευση.

Γιατί όμως διχάστηκε η τοπική κοινωνία; Τι διακυβευόταν; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στην «τουρκόπολιν» Δράμα ήταν διεσπαρμένα στο κέντρο και στις μουσουλμανικές συνοικίες δεκάδες οθωμανικά κτίσματα: τζαμιά, ιμαρέτ, μενδρεσέδες, τεκέδες, σχολές, λουτρά, χάνια. Ισοδυναμούσαν με ένα τεράστιο από πολιτισμικής άποψης κτιριακό απόθεμα, τεκμήρια ενός στιβαρού ιστορικού παρελθόντος και ταυτόχρονα μια ανεκτίμητης αξίας κληρονομιά. Στη συνοικία Εσκί Τζαμί, στο πιο νευραλγικό σημείο της πόλης, βρισκόταν το ομώνυμο τζαμί, το παλαιότερο τζαμί (χτισμένο περί τα 1481-1512), και δίπλα ο ομώνυμος μενδρεσές με αξιόλογη βιβλιοθήκη[1].

Καθώς ολοκληρωνόταν η αναχώρηση των μουσουλμάνων της Δράμας τον Μάιο-Ιούνιο του 1924, τα ανταλλάξιμα αστικά και αγροτικά ακίνητα (ιδιωτικά και βακουφικά) πέρασαν στην κυριότητα του ελληνικού κράτους. Σε εκείνη την κρίσιμη συγκυρία της μετάβασης, στο πλαίσιο της Ανταλλαγής των πληθυσμών και του συνακόλουθου εξελληνισμού της Δράμας, η νέα χρήση των οθωμανικών κτιρίων, ιδίως η μετατροπή χώρων λατρείας σε χριστιανικούς ναούς, σηματοδοτούσε το τέλος μιας εποχής. Ωστόσο κατά τις διαδικασίες ρύθμισης του νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος και της χρήσης τους, ορισμένα ανταλλάξιμα κτίρια ανάγονταν σε επίδικο ζήτημα. Μια τέτοια περίπτωση αποτέλεσε το Εσκί τζαμί.

Τον Μάιο του 1924 η Μητρόπολη Δράμας φαίνεται ότι δημιούργησε τετελεσμένα. Ζήτησε εγγράφως από τη Νομαρχία να μετατραπούν τέσσερα τεμένη (το Εσκί τζαμί και τα επί των οδών Φιλίππου-Γαληνού, Άρμεν-Φωκίωνος καθώς και το επί της οδού Κόδρου) σε χριστιανικούς ναούς λόγω του «υπερτετραπλασιασμού των χριστιανών».[2] Για τη διάθεση όμως των μουσουλμανικών ακινήτων αρμόδια ήταν ειδική Επιτροπή που συστήθηκε με εντολή του υπουργείου Γεωργίας. Ωστόσο η Μητρόπολη ανακοίνωνε τον καθαγιασμό του «τέως τεμένους Μουφτείας σε ιερό ναό του Αγίου Νικολάου»[3] και η «Εκκλησιαστική Επιτροπή του ιερού ναού προσφύγων» καλούσε τους χριστιανούς για την κυριακάτικη λειτουργία στις 29 Ιουνίου 1924.[4] Συγχρόνως και η Εκκλησιαστική Επιτροπή Αγίων Αποστόλων ανακοίνωνε την τέλεση της πρώτης λειτουργίας «εις το μεταβληθέν τζαμί», στη «νέα εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων», όπου τοποθετήθηκαν τότε όλες οι μεγάλης αξίας εικόνες που μετέφεραν από τις πατρίδες τους Ανατολικοθρακιώτες πρόσφυγες, εγκατεστημένοι ήδη στον Μικτό Προσφυγικό Συνοικισμό.[5]

Όμως τα προεδρεία των προσφυγικών συλλόγων, έπειτα από εισήγηση του προέδρου των Ποντίων, του γιατρού Ευστάθιου Σπυράντη, συζήτησαν το θέμα που ανέκυψε για το Εσκί τζαμί και αποφάσισαν τη μετατροπή του «αντί Εκκλησίας εις Θέατρον», με το σκεπτικό ότι άλλα τζαμιά της πόλης θα μετατρέπονταν σε εκκλησίες.[6] Η Επιτροπή για τη διάθεση των μουσουλμανικών ακινήτων, αφού παρέπεμψε το θέμα στο υπουργείο Γεωργίας, αποφάσισε την αναβολή της τέλεσης των εγκαινίων της εκκλησίας.[7] Μέσω τηλεγραφήματος του υπουργείο Γεωργίας διατάχθηκε το τζαμί να παραμείνει εκκλησία.[8] Το Θάρρος τότε ξεσπάθωσε κατά του Μητροπολίτη: «Δεν εννοεί ο Μητροπολίτης να σεβασθή τους νόμους και τας αποφάσεις των αρχών. Εννοεί πάση θυσία να μετατρέψει το Εσκή τζαμί εις εκκλησίαν με το έτσι το θέλει, αδιαφορών διά τα πάντα […] έστω κι εάν εκείνο που θέλει είναι έκνομον».[9] Η Πρωία αναρωτήθηκε αρχικά γιατί άραγε η Μητρόπολη επέμενε να μετατρέψει το τζαμί σε εκκλησία, παρά την κοινή απόφαση φορέων και επιτροπών να γίνει θέατρο, με το σκεπτικό ότι η πόλη χρειαζόταν μόνιμη θεατρική στέγη και εξάλλου η συγκέντρωση τεσσάρων εκκλησιών στην ίδια συνοικία δεν εξυπηρετούσε κανέναν.[10] Επανήλθε πιο βιτριολική εστιάζοντας στον περιβάλλοντα χώρο: «Και οι κύριοι αντιπρόσωποι του Θεού φρονούσιν ότι ο χώρος του Εσκί Τζαμί θα εξυπηρετήση τα συμφέροντα των προσφύγων όταν μεταβληθή εις Εκκλησίαν; Και πρέπει διά το καπρίτσιο των να μείνουν 60 τουλάχιστον αστοί πρόσφυγες άνευ μαγαζείων διά να πωλώσι ευλογίας και κεριά οι άγιοι πατέρες; […] θέλουν εκκλησίαν και αδιαφορούν ότι στο τζαμί αυτό θα κτισθούν 60 μαγαζεία όπου θα ζήσουν 60 οικογένειαι προσφύγων».[11]

Η απόφαση να γίνει εκκλησία πυροδότησε διαδοχικές αντιδράσεις. Ένας παρεμβατικός αρθρογράφος κατακεραύνωνε (χωρίς να εμφορείται, όπως ξεκαθάριζε, από αντικληρικά αισθήματα) τους ιερωμένους που προκάλεσαν «μια εξωφρενική διαταγή ενός υπουργού, που με μια μόνο κονδυλιά διέγραψε τη θέληση ενός λαού και δέχτηκε την άποψιν πεντέξι ρασοφόρων», παρατηρώντας με οξυδέρκεια: «Η δημοκρατία που μας απήλλαξε απ’ το μοναρχισμό δε θα μας απαλλάξη κι απ’ τον παπαδισμό; Και μπορεί να έχη θέση σε Δημοκρατική Κυβέρνηση ένα άτομο που παραγνωρίζει τη θέληση ενός λαού […];». Τοποθετώντας το ζήτημα πολιτικά, θεωρούσε αντιδημοκρατική τη διαταγή που αντέβαινε στην πρόσφατη πολιτειακή αλλαγή, την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, και τη στιγμή που όλος ο κόσμος «πλην των ολίγων παπάδων» υποστήριζε τη μετατροπή σε θέατρο.[12] Σύλλογοι γηγενών, προσφύγων, καπνεμπόρων κ.ά. συνυπέγραφαν τηλεγράφημα διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση καταγγέλλοντας την αυθαίρετη κατάληψη, όπως τη χαρακτήριζαν, του τεμένους και του μεγάλης εκτάσεως και αξίας περιβάλλοντα χώρου από τις εκκλησιαστικές Αρχές («εκμεταλλευθεισών θρησκοληψίας ελαχίστων απλοϊκών»), ενώ θα μπορούσε να εξυπηρετήσει ποικιλοτρόπως την προσφυγική αποκατάσταση.[13] Ως προς την αιχμή αυτή υπήρξε αντίλογος, ότι η μετατροπή σε εκκλησίας δεν οφειλόταν στη «θρησκοληψία ολίγων», αλλά επιβαλλόταν εξαιτίας της ανεπάρκειας εκκλησιών ιδίως τις γιορτές.[14] Αντίθετοι στο να γίνει εκκλησία ήταν και ο πληρεξούσιος Δράμας Δ. Βάντσης και Ροδόπης Ζ. Μπογιώτας.[15] Το ζήτημα δίχασε την κοινωνία. Κατά μία άποψη το τζαμί δεν ήταν κατάλληλο για αρχιτεκτονικούς λόγους να γίνει ούτε εκκλησία ούτε θέατρο (λόγω μικρής χωρητικότητας), αντιθέτως η μετατροπή του σε βιβλιοθήκη, αφενός θα πρόσφερε πολύ περισσότερες ευεργεσίες στους νέους που περιορίζονταν στην ανάγνωση εφημερίδων, αφετέρου θα ήταν λιγότερο δαπανηρή.[16] Κατά μία άλλη άποψη, ο προσφυγικός κόσμος που εγκατέλειψε στην Ανατολή μεγαλοπρεπείς ναούς «επιθυμεί ν’ αποκτήση και ενταύθα πρωτίστως ανάλογον Ναόν».[17] Άλλοι πρόσφυγες με συγχαρητήρια επιστολή τους διερμήνευαν «την ενδόμυχον χαράν των προσφύγων» για τη μετατροπή του τεμένους σε εκκλησία, «εις την οποίαν προσευχόμενοι οι πρόσφυγες λησμονούν τα παθήματά των. Ευχόμεθα το ίδιον να γίνη και εις την Αγίαν Σοφίαν».[18]

Την τελική όμως απόφαση θα έπαιρνε το υπουργείο Γεωργίας, το οποίο παλινωδώντας εξέδωσε νέα διαταγή που όριζε το Εσκί τζαμί να μη γίνει εκκλησία, αλλά να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες των προσφύγων και της πόλης, εμμένοντας μάλιστα σε παλαιότερη διαταγή του να γίνει θέατρο.[19] Λίγες μέρες μετά, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Ανταλλαγής (ΓΣΑ), ίσως και για να κατευνάσει τις αντιδράσεις, αποφάσισε το εξής: μόλις θα άρχιζε η ανέγερση σε άλλο σημείο της πόλης μεγάλης εκκλησίας, θα έπρεπε να εκκενωθεί το τζαμί και να παραδοθεί μαζί με τον γύρω χώρο στον Δήμο για εκμετάλλευση, ο δε χώρος της αυλής να παραχωρηθεί για την εγκατάσταση παραπηγμάτων προς εξυπηρέτηση των προσφυγικών αναγκών.[20] Ωστόσο τέτοια εκκλησία δεν χτίστηκε ποτέ και η συνέχεια είναι γνωστή. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι έναν μήνα μετά η Εκκλησιαστική Επιτροπή του ιερού ναού Αγίου Νικολάου εξέφραζε δημόσια τις ευχαριστίες της στην εκ Μουδανίων Μικράς Ασίας πρόσφυγα Υπερμαχία Σπυνάρη και στα τέσσερα τέκνα της που αφιέρωσαν στον ναό δύο μανουάλια τοίχου αξίας 3.000.[21] Όσο για την εμπορική εκμετάλλευση του περιβάλλοντα χώρου, το ΓΣΑ αποφάσισε τη διάνοιξη παρόδων προς το Εσκί τζαμί και το Σαντριβάν τζαμί, για να «επιτευχθή η ανέγερσις μαγαζείων πέριξ των ως άνω τεμενών διά πρόσφυγας επαγγελματίας».[22]

Σημειωτέον ότι το 1924 η πόλη αντιμετώπιζε οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα, αφού τα διαθέσιμα κενά σπίτια ή δωμάτια είχαν υπερπληρωθεί και η ανέγερση προσφυγικών συνοικισμών δεν είχε ξεκινήσει. Το πρόβλημα είχε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Άστεγοι ωθούμενοι από το ένστικτο της επιβίωσης (ενόψει και του επικείμενου χειμώνα) έσπασαν τη θύρα του Αγίου Νικολάου για να στεγάσουν την απελπισία τους.[23] Στο Εσκί τζαμί στεγάζονταν επιπλέον τα γραφεία του Παμπροσφυγικού Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Προσφύγων και του Συλλόγου Αδριανουπόλεως, ενώ στην αυλή είχαν στηθεί τα γραφεία του Καππαδοκικού Συλλόγου.[24] Ο Σύλλογος αυτός ζήτησε από την Επιτροπή τη στέγαση όλων των άστεγων προσφύγων στα τεμένη, «τα μεταβληθέντα ή μη εις εκκλησίας», αντίθετα η Μητρόπολη ζήτησε να μην παρακωλύονται οι λειτουργίες «εν ταις καταληφθείσες εκκλησίες», και η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη «το αναπόφευκτον της ολοκληρωτικής των εκκλησιών καταλήψεως», αποφάσισε να αφήσει τα πράγματα όπως είχαν.[25] Έτσι στο Εσκί τζαμί παρέμεναν κυρίως γέροντες, χήρες και παιδιά, ενώ με απόφαση του υπουργείου Γεωργίας μέχρι την άνοιξη του 1925 θα στεγάζονταν Καππαδόκες πρόσφυγες.[26] Το Εσκί τζαμί είχε επιλεγεί να μετατραπεί σε χριστιανικό ναό οριστικά και αμετάκλητα, αλλά ο Άγιος Νικόλαος αναπόφευκτα λειτουργούσε προσωρινά ως αυτοσχέδια δομή φιλοξενίας. Αλλιώς κάποιοι πρόσφυγες θα πέθαιναν από τις κακουχίες και το ψύχος…

Γιατί όμως τόσος σάλος για το Εσκί τζαμί και όχι για τα συνοικιακά τζαμιά; Χωροθετημένο στην καρδιά της πόλης, σε περίοπτη θέση σε σχέση με τα άλλα τεμένη, δίπλα στην κεντρική Πλατεία και εντός της αγοράς, με εμπορικά εκμεταλλεύσιμο περιβάλλοντα χώρο ήταν προνομιούχο ακίνητο. Το Εσκί τζαμί απέβαινε ανταγωνιστικό προϊόν. Το διεκδικούσε σθεναρά ένας δυναμικός μητροπολίτης, ο ποντιακής καταγωγής Λαυρέντιος. Κατά τη σύντομη ποιμαντορία του στη Δράμα (1922-1928), ο Λαυρέντιος είχε θεσμική εμπλοκή, άρα ρόλο-κλειδί σε ζητήματα περίθαλψης και αποκατάστασης των προσφύγων. Ως Πόντιος συνέβαλε στην ίδρυση του συνοικισμού της Νέας Κρώμνης και ως πρόεδρος του παραρτήματος του Ταμείου Στεγάσεως Προσφύγων επόπτευε την ανέγερση του ομώνυμου συνοικισμού. Ήταν επίσης πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ορφανοτροφείων Ανατολικής Μακεδονίας και ως πρόεδρος της Ανωτέρας Διδακτηριακής Επιτροπής κίνησε τις διαδικασίες για την ίδρυση νέου γυμνασίου στην πόλη. Ανέπτυξε όμως και τη δική του πολιτική σε θέματα λατρείας ως θρησκευτικός άρχων. Για να εξυπηρετήσει αυτή την πολιτική, αναμείχθηκε και σε ζητήματα διάθεσης μουσουλμανικών ακινήτων, παρότι δεν ήταν μέλος της Επιτροπής, εξασφαλίζοντας τη μετατροπή τζαμιών σε εκκλησίες. Ως γνωστόν, υπήρξε κτήτορας της «Ιεράς Λαυρεντιανής Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος», η οποία με τη μικρογραφική βυζαντινή αρχιτεκτονική της, τα μαρμάρινα ανάγλυφά της και τα αρχαΐζοντα επιτύμβια αναγόταν σε σύμβολο θρησκευτικό και εθνικό. Σε αυτή την πολιτική πρέπει να εντάξουμε την «πραξικοπηματική» μετατροπή του επιβλητικού τεμένους σε χριστιανικό ναό. Στην προκειμένη περίπτωση η όποια ανάγκη να εξυπηρετηθούν λατρευτικοί λόγοι διαπλεκόταν με την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπιμοτήτων.

(Η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή και η εν γένει αξιοποίηση κειμένων, αποσπασμάτων τους ή φωτογραφιών αναρτημένων στην pylidramas.gr είναι ελεύθερη, με τον όρο ότι, για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, θα γίνεται αναφορά/παραπομπή στο σχετικό κείμενο.)


  • 1. Στράτος Κασμερίδης, «Συμβολή στην τοπογραφία της πόλης της Δράμας κατά το α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα: η μετάβαση από την οθωμανική Δράμα στη Δράμα των Νέων Χωρών του ελληνικού κράτους. Συνοικίες, μικροτοπωνύμια, τοπόσημα», ΠΕΣΔ (6/2017) σ. 435-454⸱ στο ίδιο, Βασίλης Μεσσής, «Τα οθωμανικά τεμένη της Δράμας και η επόμενή τους μέρα», σ. 351-371.
  • 2. Θάρρος, 14 Μαΐου 1924.
  • 3. Θάρρος, 22 Ιουνίου 1924.
  • 4. Πρωία, 28 Ιουνίου 1924.
  • 5. Πρωία, 27 Ιουνίου‧ Θάρρος, 26 Ιουνίου & 1 Ιουλίου 1924.
  • 6. Θάρρος, 24 Ιουνίου 1924.
  • 7. Θάρρος & Πρωία, 29 Ιουνίου 1924.
  • 8. Πρωία, 1 Ιουλίου 1924.
  • 9. Θάρρος, 29 Ιουνίου 1924.
  • 10. Πρωία, 29 Ιουνίου 1924.
  • 11. Πρωία, 4 Ιουλίου 1924.
  • 12. Α. Δ., «Το Εσκή-τζαμί», Πρωία 3 Ιουλίου 1924 & του ιδίου, «Πατατιδισμοί», Πρωία, 6 Ιουλίου 1924.
  • 13. Θάρρος, 4 Ιουλίου 1924.
  • 14. Θωμάς Κάρπος προς Υπουργείον Παιδείας, Θάρρος, 6 Ιουλίου 1924).
  • 15. Πρωία, 5 Ιουλίου 1924.
  • 16. Γ. Α. Καππαδόκης, «Διά το Εσκή Τζαμί», Θάρρος, 4 Ιουλίου 1924.
  • 17. Β. Πατανίδης, «Θέατρον ή εκκλησίαν;», Θάρρος, 5 Ιουλίου 1924.
  • 18. Θάρρος, 10 Ιουλίου 1924.
  • 19. Πρωία, 2 Αυγούστου 1924.
  • 20. Πρωία, 8 Αυγούστου 1924.
  • 21. Θάρρος, 7 Σεπτεμβρίου 1924.
  • 22. Θάρρος, 9 Δεκεμβρίου 1924.
  • 23. Θάρρος, 19 Οκτωβρίου 1924.
  • 24. Θάρρος, 28 Σεπτεμβρίου, 7 & 28 Νοεμβρίου 1924.
  • 25. Θάρρος, 31 Οκτωβρίου 1924.
  • 26. Θάρρος, 21 Νοεμβρίου, 4 Δεκεμβρίου 1924 & 1 Απριλίου 1925‧ Ο Αγών, 23 Μαρτίου & 2 Απριλίου 1925.