Το 1943 έγινε ο παραδοσιακός γάμος των γονιών μου, Λάζαρου και Χρυσούλας, στο χωριό Νότια του νομού Πέλλας.
[Ο Τιμόθεος Παπαδόπουλος στο βιβλίο του με τον τίτλο «Του Λαζάρου», που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, αναπολεί με αφοπλιστική αμεσότητα μαρτυρίες από τις αφηγήσεις των προσφύγων γονιών του. Η απλότητα της αφήγησης δεν αδυνατίζει τη στοχαστική διάθεση, μέσα από την οποία αποτυπώνεται η οδυνηρή περιπέτεια της προσφυγικής εγκατάστασης αλλά και της πορείας της χώρας μετά τον Εμφύλιο και τη Μεταπολίτευση.
Οφείλουμε ευχαριστίες στον κ. Παπαδόπουλο, για την καλόπιστη ανταπόκρισή του, να αναδημοσιεύσουμε αποσπάσματα από το βιβλίο του. Εύλογα, επιλέγουμε αποσπάσματα που εστιάζουν στη δοκιμασία της εγκατάστασης των προσφύγων στη Δράμα και μάλιστα στα παραμεθόρια.].
Οδοιπορικό της απελπισίας
—
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Η πρώτη ψυχρολουσία [για τους προσφυγες που εγκατέλειπαν τη γενέθλια γη] ήρθε όταν δεν μπορούσαν να κατέβουν από το πλοίο, γιατί οι Ελλαδίτες εμπόδιζαν τον ελλιμενισμό στον Πειραιά. Τα ίδια έκαναν σε όλα τα καράβια που έφερναν τους πρόσφυγες. Συνέχισαν το ταξίδι και έκανε μία νέα προσπάθεια να αράξει το καράβι στην Κόρινθο. Τα ίδια και εκεί. Σαλπάρανε για Πάτρα, αλλά ειδοποιήθηκαν οι Ελληναράδες νωρίτερα και μπλοκάρανε το λιμάνι. Τότε αποφάσισε ο καπετάνιος να πάει στο Ιόνιο για να βρει κάποιο λιμάνι που θα μπορούσε να ξεφορτώσει. Έξω από τη Φιλιππιάδα, ανοιχτά χωρίς να πιάσει λιμάνι, άρχισε η αποβίβαση το βράδυ με βάρκες. Κατέβηκαν κάποιοι αλλά οι περισσότεροι δεν ήξεραν τι να κάνουνε. Συνέχισε το καράβι προς Ηγουμενίτσα και μεσοπέλαγα πάλι κατέβασε μερικούς. Ύστερα στην Κέρκυρα κατέβηκαν περισσότεροι και αυτό γιατί το καράβι μπήκε και έδεσε κανονικά στο λιμάνι. Ο κόσμος εδώ ήταν αδιάφορος και καθόλου επιθετικός. Και πάλι όμως οι δικοί μου δεν κατέβηκαν. Αποφάσισαν να πάνε στη Σπάρτη… […]
[Περιπλανήθηκαν από τη Σπάρτη στον Μυστρά, στην Πάτρα , στην Αθήνα, σ’ ένα επίπονο οδοιπορικό, αναζητώντας τόπο εγκατάστασης]
Συνεχίζουν το ταξίδι και φτάνουν στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη γεμάτη πρόσφυγες. Ούτε εδώ δεν βρέθηκε σοβαρός λόγος για να μείνουν. Φτάνουν στη Δράμα και τώρα δεν έχουν κανένα λόγο να συνεχίσουν το οδοιπορικό, γιατί εδώ η πόλη είναι γεμάτη πρόσφυγες, αλλά και συγχωριανούς, συγγενείς και φίλους. Συνεχίζουν όμως, και τώρα δεν υπάρχει πια δρόμος. Μόνο κακοτράχαλα μονοπάτια και βουνά. Στάση στο Σιδηρόνερο, λίγο πριν βγουν από τα σύνορα της Ελλάδας για τη Βουλγαρία. […]
1951. Η πρώτη Δημοτικού στο εβραϊκό σχολείο της Δράμας.Περνούσαν τον Νέστο μέσα στα βουνά από τη μία ακτή στην άλλη, με σχοινιά που συγκρατούσαν μία πρόχειρη σχεδία. Πρώτα τα παιδιά. Μετά ό,τι έμεινε από τα υπάρχοντα που κουβαλούσαν από τον Πόντο. Ύστερα οι γέροι και τελευταίος ο Τιμόθεος [ο παππούς] με τα αδέλφια του.
Το χωριό ονομαζόταν Οσένιτσα και κατοικούνταν από Πομάκους και λίγους Τούρκους. Έφυγαν και αυτοί από τον τόπο τους και πήγαν στην Τουρκία, αφήνοντας πίσω τους σπίτια, μνήμες και νεκρούς. Τα ίδια δηλαδή με εμάς.
Τα σπίτια που δόθηκαν τώρα στους νέους ιδιοκτήτες ήταν των Πομάκων και τα εξοχικά των Τούρκων που άφησαν πίσω τους. Όλα αυτά όμως κάηκαν μετά λίγα χρόνια από τους Βούλγαρους, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Εδώ η οικογένεια έμεινε μέχρι το 1940.
Κανείς δεν μιλούσε για χρόνια για αυτό το απελπισμένο δρομολόγιο. Άκουσα πολλές εκδοχές, καμία όμως που να έπαιρνε κάποιος από όλους την ευθύνη. Γιατί η επιλογή αυτή ήταν καταστροφική για την οικογένεια. Δεν ήξεραν από γεωργικές δουλειές, ήταν έμποροι. Αναγκάσθηκαν να μάθουν για να ζήσουν. Εξοντώθηκαν στις νέες συνθήκες. Άλλη εκδοχή και πιο πιθανή για την αλόγιστη αυτή διαδρομή είναι οι αρρώστιες που θέριζαν εκείνη την εποχή. Ο τύφος και η ελονοσία, μαζί και η δυσεντερία, έστειλαν 20.000 πρόσφυγες στον θάνατο. Το βουνό και το κλίμα στο Σιδηρόνερο όμως έμοιαζε κάπως με της πατρίδας και αυτό ήταν για τα μικρά παιδιά το καλύτερο που θα μπορούσαν να έχουν. Και δεν ήταν και λίγα. Μία άλλη όμως εκδοχή για την επιλογή του Σιδηρόνερου είναι ο φόβος του αγνώστου και η αγωνία της επιβίωσης. Αυτά τα δύο είναι σοβαροί και ισχυροί λόγοι για να κουρνιάσει ο ένας δίπλα στον άλλον, για να προστατευτεί από τα τόσα κακά γύρω του. Στο Σιδηρόνερο, ήδη, πήγαν συγχωριανοί και κάποιοι μακρινοί συγγενείς. Μαζί τους όλα γίνονταν υποφερτά. Πού να μείνουν και με ποιους να ζήσουν. Κινδύνευαν από κάθε εξευτελισμό. Αφού Τουρκόσπορους τους ανεβάζουν και Λαζούς-χαζούς τους κατεβάζουν. Ξεχώριζαν ακόμη και για την τιμιότητα. Αυτό οι Ελλαδίτες το έλεγαν και το λένε ακόμη αφέλεια. Όταν αργότερα ο λαϊκισμός έγινε ιδεολογία του κράτους, τότε επισημοποιήθηκε και η τιμιότητα σαν βλάβη επιβίωσης.
Τίμος Παπαδόπουλος
Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

