Μια περιπλανώμενη, απορφανισμένη προσφυγική οικογένεια
Γεννήθηκα στην Προσοτσάνη από γονείς πρόσφυγες, που έζησαν τη δοκιμασία του ξεριζωμού.
Ο παππούς μου, ο Γεώργιος Μυλοπόδης, ήταν από το Κούμπαο, παραθαλάσσιο χωριό της Προποντίδος, πολύ κοντά στη Ραιδεστό. Στον διωγμό που ξέσπασε, μετά τα γεγονότα του “μαύρου Πάσχα του 1914”, λίγους μήνες πριν κηρυχτεί ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο παππούς μου με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά τους, από φόβο, ίσως και από ανέχεια, ακολούθησαν το κύμα των Θρακιωτών που κατέφυγαν στην Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού. Οι δικοί μου βρέθηκαν στη Λυών της Γαλλίας όπου ο παππούς μου δούλεψε σε εργοστάσιο πολεμικού υλικού, ενώ η γιαγιά μου Μαρία φρόντιζε τα παιδιά.
Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ξέσπασε ο Mεγάλος Πόλεμος και από εκεί και πέρα τα πράγματα δυσκόλεψαν ακόμα περισσότερο για την οικογένεια. Και σαν να μην έφταναν οι μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, η γιαγιά προσβλήθηκε από επιδημία και πέθανε. Ο παππούς έμεινε μόνος με πέντε παιδιά σε μια ξένη και άγνωστη χώρα.
Στην απόγνωσή του, άφησε τη Γαλλία, ενώ ο πόλεμος μαινόταν, και γύρισε με καράβι στην Ελλάδα, στον Πειραιά. Στο λιμάνι τους πλησίασε ένας ευκατάστατος πλούσιος έμπορος που ζήτησε να πάρει και να υιοθετήσει τη μικρότερη κόρη του, την τετράχρονη Σοφία, την μετέπειτα μητέρα μου. Ο παππούς μου ίσως θα δεχόταν, αν τα παιδιά του δεν αντιδρούσαν με κλάματα, γιατί για κανένα λόγο δεν ήθελαν να αποχωριστούν τη μικρούλα αδερφή τους.
Από τον γάμο της μεγαλύτερης θυγατέρας, από τα πέντε αδέλφια, της Ελένης. Δίπλα της η μικρότερη αδελφή της και αργότερα μητέρα μου, η Σοφία. Μπροστά της με το κασκέτο ο παππούς Γιώργος. Από τα δεκάδες άτομα, παιδιά και μεγάλους, κανείς δεν χαμογελά…
Εγκαταστάθηκαν στη μισοέρημη τότε Κοκκινιά προς το Κερατσίνι και ο παππούς έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού για τον επιούσιο. Όταν το ’20 η Θράκη απελευθερώθηκε, γύρισαν πίσω στην πατρίδα. Ο παππούς παρέμενε μόνος. Ποια γυναίκα θα δεχόταν να τον παντρευτεί με πέντε παιδιά, όλα σχεδόν ανήλικα; Ήταν όμως εργατικός και αγωνιστής. Άρχισε να στρώνει τη ζωή του στη Θράκη, αλλά δυστυχώς πάλι έμελλε να πάρει το δρόμο της προσφυγιάς. Το 1922, επιβλήθηκε στους Έλληνες της Θράκης ο υποχρεωτικός ξεριζωμός. Ο παππούς με τα παιδιά του αναζητούν στη μητέρα πατρίδα μια θέση κάτω από τον ήλιο, όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες τον καιρό εκείνο. Κατέληξε στη Στυλίδα όπου υπήρχαν κάποιοι συγγενείς της μακαρίτισσας γυναίκας του. Όμως στην περιοχή τότε θέριζε η ελονοσία, για αυτό ο παππούς, για να γλιτώσει τα παιδιά του, ξεσπιτώνεται για άλλη μια φορά. Έρχεται στη Μακεδονία, στην Προσοτσάνη όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί Θρακιώτες.
Ξανά πάλι από το μηδέν στον αγώνα επιβίωσης. Ο παππούς αναγκάστηκε να γίνει καπνοπαραγωγός, μόλο που δεν ήταν εύκολο στην αρχή. Μόλις έστρωσαν τα πράγματα, ήρθε η Κατοχή του ’41-’44, μετά ο Εμφύλιος και η οικογένεια του παππού μου δοκίμασε πάλι νέες περιπέτειες. O αγωνιστής παππούς ωστόσο κατάφερε να μεγαλώσει τα παιδιά του κρατώντας την οικογένεια συσπειρωμένη και αγαπημένη. Παρά τις δυσκολίες αξιώθηκε να δει τα παιδιά του να παντρεύονται και να δημιουργούν δικές τους οικογένειες.
Οι γονείς μου, Κωνσταντίνος και Σοφία, νιόπαντροι (1930).Η αγαπημένη της οικογένειας, η μικρή Σοφία, η μητέρα μου, γνώρισε στην Προσοτσάνη και παντρεύτηκε τον συγχωριανό της Κωνσταντίνο Ευγενίδη, Μικρασιάτη. Ήταν κι αυτός πρόσφυγας, διωγμένος το 1922 από το Ντεμιρτάς της Προύσας. Το Ντεμιρτάς ήταν χωριό με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό, που το ίδρυσαν τον 17ο αιώνα φυγάδες από τα Άγραφα. Το 1922 οι περισσότεροι Ντεμιρντισιώτες εγκαταστάθηκαν στην Προσοτσάνη. Έζησα επομένως σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, με πρώτης γενιάς πρόσφυγες και τους δυο γονείς και με έναν παππού που πέρασε περιπλανώμενος πολλές επώδυνες προσφυγιές. Ίσως γι’ αυτό, όσο τον πρόλαβα, τον θυμάμαι συνοφρυωμένο, και αναρωτιόμουνα με το παιδικό μου μυαλό «γιατί είναι πάντα λυπημένος;»
Βασιλική Ευγενίδου
Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

