You are currently viewing Προσφυγιά 1922 και μνήμη.<br>Οι απόγονοι θυμούνται

Προσφυγιά 1922 και μνήμη.
Οι απόγονοι θυμούνται

Καταγραφές από τις αφηγήσεις των γονιών μου και από τα βιώματα της παιδικής μου ηλικίας

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας μου ο Γιώργος Δερμισιάδης καταγόταν από το Μπάσκιοϊ, χωριό δίπλα στην Προύσα,  με καθαρά ελληνικό πληθυσμό. Ήταν χωριό με πλούσιο κάμπο και πολλές μουριές όπου έτρεφαν μεταξοσκώληκες. Ο επάνω όροφος των σπιτιών τους ήταν κατάλληλα διαμορφωμένος, για να απλώνουν τα κλαδιά της μουριάς όπου οι μεταξοσκώληκες έπλεκαν το κουκούλι τους. Τις χρονιές που τον Μάρτιο έκανε πολύ κρύο και τα σκουληκάκια αργούσαν να βγουν από το αυγό, οι γυναίκες έβαζαν τα αυγά σε ένα σακουλάκι και τα τοποθετούσαν στον κόρφο τους. Έτσι, με τη θερμοκρασία του σώματος έβγαιναν τα σκουληκάκια από το αυγό.  Τότε τα έβαζαν πάνω στα κλαδιά της μουριάς και σε λίγες μέρες γινότανε κάμπιες και άρχιζαν να βόσκουν τα φύλλα της μουριάς.

Οι Τούρκοι βλέποντας τα αγαθά που υπήρχαν στο χωριό έδιωχναν κατά χρονικά διαστήματα τους κατοίκους από τα σπίτια τους. Και τότε γινόταν το μεγάλο γιάγμα (λεηλασία).  Όταν επέστρεφαν μετά από μέρες οι κάτοικοι στα σπίτια τους έβρισκαν μόνο τοίχους και τελείως άδεια απ’ όλα τα αγαθά.  Αυτό δεν συνέβη μόνο μία φορά.  Αυτή η λεηλασία είχε γίνει μέρος της ζωής τους, μου έλεγε ο πατέρας μου, τόσο ώστε ημερολογιακά αναφερόταν σε γεγονότα που συνέβησαν και έλεγαν αυτό «έγινε προ γιάγμα» ή «μετά γιάγμα». 

 

Με τους γονείς μου, Αγγελική και Γεώργιο Δερμισιάδη, το 1948.

Ο πατέρας μου θυμάται τον μεγάλο ενθουσιασμό που επικρατούσε τότε, όταν ήρθε ο ελληνικός στρατός στην περιοχή, και τον φόβο, όταν ήρθε η διαταγή για οπισθοχώρηση. Έπρεπε να εγκαταλείψουν τα χωριά τους, δήθεν προσωρινά μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Έτσι τους έλεγαν και έτσι πίστευαν.  Άρχισαν όλοι να φορτώνουν στα κάρα τους ό,τι απαραίτητο μπορούσαν να κουβαλήσουν. Πολλές γυναίκες αλλά και άντρες έραβαν μέσα στα ρούχα τους ή και σε παπλώματα ό,τι πολύτιμο είχαν για να μην το βρουν οι Τούρκοι και τους το πάρουν. Πριν ξεκινήσουν έβαλαν φωτιά στα σπίτια τους, που ήταν γεμάτα με τη σοδειά της χρονιάς, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων.  Στη διαδρομή από την Προύσα προς τον Τσεσμέ, δυτικά της Σμύρνης, απ’ όπου θα έπαιρναν το πλοίο για την Ελλάδα, συνέβηκαν πολλά αξιολύπητα γεγονότα. Γυναίκες έντυναν με τα φορέματά τους πολλούς Έλληνες στρατιώτες, για να μην τους βρουν οι Τούρκοι, γιατί ήξεραν ότι τότε ήταν ξεγραμμένoi. Κοπέλες ντυνόντουσαν σαν γριές για να αποφύγουν τον βιασμό. Τον άντρα της θείας μου Γεσθημανής, τον Παναγιώτη, νιόπαντρο τότε,  τον έντυσαν γυναίκα και πήρε στην αγκαλιά του το μωρό της θείας μου Δέσποινας, για να περνά απαρατήρητος από τους Τούρκους.  Ευτυχώς τα κατάφερε και πέρασε. 

 

Ο πατέρας μου και εγώ σπέρνουμε τον καπνόσπορο στα ουτζάκια (σπορεία), στην Αδριανή (μέσα της δεκαετίας του ’50).
Μορφωτικός, Πολιτιστικός Σύλλογος Αδριανής – Φωτογραφία Στέλιου Δερμισιάδη

Περίμεναν το πλοίο της σωτηρίας και όταν ήρθε όρμησαν «πατείς με πατώ σε» ποιος θα καταφέρει να ανέβει. Πολλοί άνθρωποι μέσα σε κείνο τον χαμό έπεσαν στη θάλασσα και πολλοί πνίγηκαν. Τα πτώματά τους τα έβλεπαν από το καράβι που επέπλεαν.

Το πλοίο τούς έφερε σε ένα λιμάνι της Θράκης. Εκεί τους ανέβασαν στο τρένο. Μα ήταν τόσοι πολλοί που δεν χωρούσαν και ανέβαιναν στις σκεπές των βαγονιών. Έτσι έφτασε η οικογένεια του πατέρα μου στο χωριό της Δράμας το Εδερνετζίκ, που αργότερα ονομάστηκε Αδριανή.

Στέλιος Δερμισιάδης

Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

(Σημ. επιμ.: Σχετικό, εκτεταμένο αυτοβιογραφικό πόνημα του Στέλιου Δερμισιάδη έχει πρόσφατα δημοσιεύσει ο δραστήριος Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Αδριανής).

Αφήστε μια απάντηση