Καταγραφές από τις αφηγήσεις των γονιών μου και από τα βιώματα της παιδικής μου ηλικίας
—
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Ο μισός σχεδόν πληθυσμός του χωριού ήταν Τούρκοι. Αυτοί με την ανταλλαγή έφυγαν και στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες. Όμως τα περισσότερα ήταν σε άθλια κατάσταση. Γι’ αυτό και οι πρόσφυγες βάλθηκαν να χτίσουν καινούργια σπίτια μόνοι τους. Αυτό πήρε πολύ χρόνο και δυσκολεύτηκαν, όμως υπήρχε αλληλεγγύη κι όλοι βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Ήταν όλοι τους τόσο δουλευταράδες και προκομμένοι, ώστε έδιναν το παράδειγμα και στους ντόπιους. Τότε οι ντόπιοι κάτοικοι ασχολούνταν μόνο με τον καπνό και δεν ήξεραν από άλλες καλλιέργειες. Δεν είχαν αμπέλια, δεν ήξεραν να λιπαίνουν τα χωράφια και σπάνια έβλεπες να έχουν κάρα.
Οι δικοί μου και οι περισσότεροι πρόσφυγες του χωριού πέρασαν πολλές στερήσεις και δοκιμασίες μέχρι να στρώσουν στη νέα τους ζωή στην Αδριανή. Τα κατάφεραν, εκεί όμως που άρχιζαν να πιστεύουν πως επιτέλους καλυτέρεψαν τα πράγματα, ήρθαν οι Βούλγαροι.
Οι αδελφές μου (πρώτη και τρίτη από δεξιά) δουλεύουν στη χωρική επεξεργασία του καπνού, στο σπίτι της καπνοπαραγωγού Αθανασίας Αγγελίδη – πρώτης αριστερά, με τα δύο μικρά παιδιά της στο κέντρο. Σε πρώτο πλάνο οι “γύροι” με τα παστάλια (μέσα της δεκαετίας του ’40).
Συλλογή Μορφωτικού, Πολιτιστικού Συλλόγου Αδριανής
Ήμουν πεντάχρονο παιδί όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Δράμα και το χωριό μας. Πρώτη ενέργειά τους ήταν να επιτάξουν τα χωράφια μας. Μας άφησαν να τα καλλιεργούμε, αλλά δεν είχαμε το δικαίωμα να πάρουμε τη σοδειά. Αυτήν τη διαχειρίζονταν οι κατακτητές μας. Μόνο ένα μέρος της μας έδιναν και το υπόλοιπο μάς το μοίραζαν με το δελτίο. Πολλές φορές δεν μας έφτανε το δελτίο και οι γονείς μου πήγαιναν κρυφά νύχτα στο χωράφι, θέριζαν λίγο σιτάρι και το κοπάνιζαν μέσα σε μία ρεματιά για να μην ακούγεται. Έτσι λοιπόν, σε όλη τη διάρκεια της κατοχής υπήρξε μεγάλη πείνα. Πολλοί πουλούσαν οτιδήποτε είχε κάποια αξία για λίγο ψωμί ή λίγο καλαμπόκι. Εμείς πουλήσαμε μια καινούργια ραπτομηχανή Singer και μια κουβέρτα, πλεγμένη με το βελονάκι από τη μητέρα μου, τις νύχτες που είχε φεγγάρι. Θα με ρωτήσετε γιατί δεν την έπλεκε μέρα. Όμως τη μέρα δούλευε στα χωράφια και είχε και τις δουλειές του σπιτιού, πού να έμενε χρόνος. Η μάνα μου πικράθηκε πολύ όχι τόσο για τη μηχανή όσο για την κουβέρτα. Κι όλο παραπονιόταν : «Μου βγήκαν τα μάτια να την πλέξω».
Τα γύρω χωριά που ήταν πιο εύφορα πουλούσαν στη Μαύρη Αγορά σιτάρι και καλαμπόκι. Μερικοί άλεθαν τον βαμβακόσπορο και έφτιαχναν ψωμί, με αποτέλεσμα όταν το έτρωγαν να τους πρήζεται η κοιλιά. Όσοι έβρισκαν λίγο κριθάρι ή καλαμπόκι ήταν οι πιο τυχεροί. Θυμάμαι που έψηναν τον ηλιόσπορο λίγο παραπάνω για να τρώγεται με τα τσόφλια, ώστε να γεμίζει το στομάχι, και ήταν πολύ νόστιμος. Τα άγρια ραδίκια και οι βρούβες βρασμένα χωρίς λάδι έσωσαν πολλούς ανθρώπους από την ασιτία και τον θάνατο. Ανακατεμένα με λίγο αλεύρι γινόταν ψωμί και φαγητό μαζί.
Εκτός από την πείνα υπήρχε και ο φόβος. Όταν βλέπαμε να πλησιάζει ο Βούλγαρος χωροφύλακας λέγαμε έρχεται ο νεμόζης. Τον λέγαμε έτσι γιατί, συνεχώς μας έλεγε, αυστηρά, «νεμόζε» (απαγορεύεται). Τη νύχτα η κυκλοφορία απαγορευόταν και στα παράθυρα κρεμούσαν κουβέρτες, για να μη φαίνεται το φως της γκαζόλαμπας που δημιουργούσε υποψίες στην περίπολο. Με τη δύση του ηλίου έπεφτε βουβαμάρα και τρόμος σε όλο το χωριό. Τρομακτικός ήταν και ο ήχος των βημάτων της βουλγαρικής περιπόλου στο καλντερίμι των δρόμων. Δεν μπορείτε να νιώσετε τη βουβαμάρα φόβου που απλωνόταν τα βράδια στο χωριό.
Το μνημείο όπου βρίσκονται τα οστά των είκοσι τεσσάρων ανδρών, που εκτελέστηκαν από τον βουλγαρικό στρατό κατοχής τον Οκτώβριο τού 1941, μπροστά στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Αδριανής.
Αρχείο Στέλιου Δερμισιάδη
Οι Βούλγαροι έφυγαν νικημένοι το φθινόπωρο του 1944. Θυμάμαι ήταν τέτοια η χαρά, που οι νέοι διοργάνωναν όπως όπως χοροεσπερίδες με σπαρματσέτα, αφού ηλεκτρισμός δεν υπήρχε. Σε μας τα παιδιά άρχισαν να δίνουν μουρουνέλαιο, γιατί με την άθλια διατροφή που κάναμε πάσχαμε από αβιταμίνωση. Κάθε πρωί μας βάζαν στο σχολείο στη σειρά και μας πότιζαν υποχρεωτικά όλους μια κουταλιά από κείνο το απαίσιο στη γεύση λάδι, με το ίδιο φυσικά κουτάλι.
Η δικιά μου η γενιά και τα παιδιά μας, μεταπολεμικά είχαμε την τύχη να ζήσουμε πολύ πιο άνετα από τους γονείς μας. Εκείνοι είχαν έρθει κουβαλώντας τα ερείπια της προσφυγιάς, άρχισαν πάλι τη ζωή τους από το μηδέν και πέρασαν όλες τις δοκιμασίες: προσφυγιά, βουλγαρική κατοχή, Εμφύλιος. Τελικά, η γενιά των γονιών μου ήταν μία πολύ άτυχη γενιά.
Στέλιος Δερμισιάδης
Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

