You are currently viewing Προσφυγιά 1922 και μνήμη.<br>Οι απόγονοι θυμούνται

Προσφυγιά 1922 και μνήμη.
Οι απόγονοι θυμούνται

Αντιπροσωπεία του ΚΕΠΟΜΕ (Κέντρο Ποντιακών Μελετών) αποτελούμενη από τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη, τον Γιώργο Ηλιάδη (καθιστός) και τον Τίμο Παπαδόπουλο, πρόεδρο του ΚΕΠΟΜΕ (με την καπαρντίνα) επισκέφθηκαν τους Έλληνες του Καυκάσου. Εδώ μαζί με το Δ.Σ. του συλλόγου των Ποντίων της Τιφλίδας, κατά την επίσκεψη στη Γεωργία το 1989.

[“Η Ποντιακή οικογένεια και η προσφυγομάνα Δράμα καθόρισαν τη ζωή μου αποφασιστικά”, γράφει ο συγγραφέας και εκδότης Τιμόθεος Παπαδόπουλος στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του, με τον τίτλο “Του Λαζάρου”, που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ. Με βαθιά συνείδηση της καταγωγής του, με ζωντανές μνήμες από τις αφηγήσεις των προσφύγων γονιών του, αυτοβιογραφείται καταθέτοντας μια θυελλώδη διαδρομή ζωής. Περνώντας από μια νιότη ανήσυχη και ανυπότακτη, υπήρξε θύμα απορρίψεων, διώξεων, φυλακίσεων της μετεμφυλιακής Ελλάδας, αλλά και ευτυχής συνοδοιπόρος και φίλος με μερικές από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες της εποχής αυτής.

Ο Τιμόθεος Παπαδόπουλος, με ιδιαίτερη ευαισθησία για ό,τι αφορά το προσφυγικό παρελθόν του τόπου, αναπολεί με αφοπλιστική αμεσότητα μαρτυρίες από τις αφηγήσεις των προσφύγων γονιών του. Η απλότητα της αφήγησης δεν αδυνατίζει τη στοχαστική διάθεση, μέσα από την οποία αποτυπώνεται η οδυνηρή περιπέτεια της προσφυγικής εγκατάστασης αλλά και της πορείας της χώρας μετά τον Εμφύλιο και τη Μεταπολίτευση.

Οφείλουμε ευχαριστίες στον κ. Παπαδόπουλο, για την καλόπιστη ανταπόκρισή του, να αναδημοσιεύσουμε αποσπάσματα από το βιβλίο του. Εύλογα, επιλέγουμε αποσπάσματα που εστιάζουν στη δοκιμασία της εγκατάστασης των προσφύγων στη Δράμα και μάλιστα στα παραμεθόρια.].

Μερ’ έρθαμε! (Πού ήρθαμε!)

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν γίνεται να μιλήσω για τον εαυτό μου χωρίς να μιλήσω για την οικογένεια,  για το σόι μου, για τους Πόντιους,  τη ράτσα μου.

Το επίθετό μας ήταν Παπαδόπουλοι. Χατζηγιάννηδες (Χατζηγιανάντ) ήταν δεύτερο όνομα της οικογένειας. Το Χατζής κόλλησε γιατί ο προπάππος μου Γιάννης πήγε προσκυνητής στους Άγιους Τόπους και βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό,  ενώ το Παπαδόπουλος γιατί πρέπει κάποιος παπάς να βρέθηκε στην αλυσίδα του γενεαλογικού δένδρου.

Ζούσαν στον Πόντο από το εμπόριο και λίγο από τις αγροτικές εργασίες. Είχαν στην πατρίδα μπακάλικο, ραφτάδικο και υφασματοπωλείο. Στα μαγαζιά δούλευε όλη η οικογένεια. Στις αγροτικές δουλειές και κυρίως στην περιποίηση των ζώων,  κατσίκες και αγελάδες, είχαν στη δούλεψή τους ντόπιους Τούρκους. Τα άφησαν και ήρθαν στην Ελλάδα. Έφυγαν από τη γενέθλια γη, την πατρίδα, τον Πόντο, όπου είχαν τις μεγάλες και βαθιές ιστορικές ρίζες.[…]

Η δεκαμελής οικογένεια του παππού Τιμόθεου Παπαδόπουλου

Οδοιπορικό της απελπισίας

Χαψάμανα (Κιόλκιοϊ) – Κοτύωρα (Ορντού) – Μιστράς – Σιδηρόνερο (Οσένιτσα)

Το ταξίδι ήταν περίεργο σε αισθήματα. Ανέβηκαν στο καράβι από την Τραπεζούντα με τα λίγα υπάρχοντα που κατάφεραν να σηκώσουν και με την κρυφή ελπίδα ότι θα ξαναγυρίσουν.  Είχαν όμως και την κρυφή χαρά γιατί πάνε στην Ελλάδα. Ήταν όνειρο, ευχή και ιδανικό η Ελλάδα. Έτσι ο αποχωρισμός από τα μέρη που έζησαν ήταν υποφερτός. Στο κάτω-κάτω θα πηγαίνανε στην πατρίδα τους και θα γλιτώνανε από τη μόνιμη αγωνία και τις αγριότητες που ζούσανε από τους κεμαλικούς εθνικιστές και τις σφαγές.

Μερ’ έρθαμε! (Πού ήρθαμε!)

Μόλις σαλπάρισε το πλοίο από την Τραπεζούντα. Οχλοβοή πάνω στο καράβι από 1.500 επιβάτες που ψάχνουν ο ένας τον άλλον. Οι Έλληνες ναύτες βρίσκονται σε ένταση. Δίνουν παραγγέλματα και συχνά αγριοφωνάζουν και βρίζουν αισχρά τον Χριστό και την Παναγία.  Και τότε έπεσε σιγή σε όλους τους επιβάτες. Δεν είχαν ακούσει ποτέ τους τέτοιες βρισιές. Μόνο μουρμουρητά διαπερνούσε στο καράβι μία φράση. “Μερ’ έρθαμε;”. Ετοιμάζονταν να πάνε στην πατρίδα των ονείρων τους και φεύγανε από την πατρίδα όπου επέβαλαν τον πολιτισμό τους και τον σεβασμό στη θρησκεία τους. Ποτέ δεν ξαναμίλησαν φωναχτά σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Δεν μπορεί να είναι αυτοί Έλληνες, σκέφτηκαν και φυλάγονταν. Το περιστατικό αυτό μου το αφηγήθηκε η θεία Ευθυμία στην Πτολεμαΐδα το 1996. Την επισκεφθήκαμε με τη μητέρα μου. Ήταν η τελευταία εν ζωή αδελφή του παππού μου Ιάκωβου, πατέρα της μάνας μου. Μόλις τελείωσε την αφήγηση της για το περιστατικό συμπλήρωσε με οργή: “Πολλά έσυραμε. Ατήν κεν ανθρώποι κι πορούν να ζούνε με ανθρώπς. Κι πορεί να εν Έλληνες” (Πολλά τραβήξαμε.  Αυτοί δεν είναι άνθρωποι,  δεν μπορούν να ζήσουν με συνανθρώπους.  Δεν μπορεί να είναι Έλληνες).  Και δεν ήταν μόνο η γιαγιά που μετά 70 χρόνια δεν πιστεύει ότι μπορεί να είναι αυτή η Ελλάδα. Ούτε όμως και γέλασαν για χρόνια στην πατρίδα που ονειρεύονταν. Μόνο επαναλάμβαναν συχνά πυκνά σε κάθε αναποδιά “μερ’ έρθαμε!”. Αυτή ήταν η πρώτη γενιά.
Η πρώτη προσφυγική γενιά.

Τίμος Παπαδόπουλος

Επιμέλεια: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

Αφήστε μια απάντηση