Πλατεία Ελευθερίας: θέατρο γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορία της Δράμας
(ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ)
Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης
«Τι δεν έχει δει και τι δεν έχει τραβήξει η δυστυχής αυτή Πλατεία από τα παλαιότερα χρόνια ως τα σήμερα», έγραφε ο σπουδαίος Δραμινός δημοσιογράφος του Μεσοπολέμου Νίκος Καπετανάκης-Ακρίτας στο «Θάρρος» το 1934[1]. Τότε, στην ειρηνική περίοδο του Μεσοπολέμου, ο επισκέπτης της Πλατείας έβλεπε ποικίλες δραστηριότητες μιας ειρηνικής καθημερινότητας: τους πολυάριθμους υπαίθριους μικροπωλητές στις άκρες της Πλατείας, το πλήθος των υπαιθρόβιων, ορφανών ή εγκαταλειμμένων παιδιών που είχαν στέκι τον χώρο της, και βέβαια τα «τραπεζάκια έξω» του καφεζαχαροπλαστείου που φιλοξενούσε τους βραδινούς θαμώνες. Και δεν έλειπαν τα ποικίλα προγράμματα ψυχαγωγίας που παρουσιάζονταν στην ξύλινη, πρόχειρη σκηνή που επί τούτου στηνόταν. Όμως, μερικά χρόνια πριν, η Πλατεία «έβλεπε» εικόνες δραματικές, με αφορμή γεγονότα που συντάραξαν την περιοχή μας. Όπως αναφέρει παραστατικά ο Καπετανάκης, «Είδε βουλγαρικά γουρουνοτσάρουχα, είδε κράνη γερμανικά, αγχόνες τραγικές, είδε παρελάσεις εχθρικές και έχει αναμνήσεις τρομερές που σαν εφιάλτες και σαν κακά όνειρα πιέζουν τα στήθη της».[2]
Ο απαγχονισμός του Χριστόδουλου Σαχίνη (11-6-1917)
Το 1917 η Ανατολική Μακεδονία υπομένει την εξοντωτική Δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή (1916-1918). Στην πόλη βρίσκεται (πιθανώς εγκλωβισμένος) ο ηπειρωτικής καταγωγής Χριστόδουλος Σαχίνης, που υπηρετούσε ως προξενικός υπάλληλος της Ελλάδας στην επίσης βουλγαροκρατούμενη Θράκη. Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής τον κατηγόρησαν για αντιβουλγαρική δράση, τον παρέπεμψαν σε στρατοδικείο στη Σόφια και τον καταδίκασαν σε θάνατο. Επέλεξαν να τον εκτελέσουν στη Δράμα, με δημόσιο απαγχονισμό, και η εκτέλεση προετοιμάστηκε και οργανώθηκε με όλες τις λεπτομέρειες του ψυχολογικού πολέμου για εκφοβισμό του πλήθους: Η βουλγαρική διοίκηση διοχέτευσε στους κατοίκους της πόλης την πληροφορία ότι θα εκτελέσει δι’ απαγχονισμού στην πλατεία Έλληνα κατάσκοπο, χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Η αγχόνη στήθηκε στη μέση της Πλατείας και η εκτέλεση δεν πραγματοποιήθηκε προ της ανατολής του ηλίου, όπως συνηθιζόταν, αλλά στις 9.30΄ το πρωί, μπρος στο συγκεντρωμένο πλήθος, και με τρόπο τελετουργικό. Την πορεία του μελλοθάνατου στο ικρίωμα αφηγείται ως αυτόπτης μάρτυς ο Θεόφιλος Αθανασιάδης – ο οποίος εκτελέστηκε επίσης στη Σφαγή της Δράμας το 1941, στην Τρίτη Βουλγαρική Κατοχή (1941-1944).
«Από τας φυλακάς (Διοικητήριον) μέχρι της πλατείας και πέριξ αυτής, διότι εφοβούντο ελληνικήν εξέγερσιν και προς τρομοκράτησίν μας, βλέπομεν να οδηγούν δια της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου προς την πλατείαν ένα μεσήλικα σχεδόν οπισθάγκωνα σφιχτοδεμένον. Ήτο ο Χριστόδουλος Σαχίνης!»
«Εις την θέαν των Ελλήνων εφώναζεν ο δυστυχής: Πού με πηγαίνουν; Όταν δε επλησίασεν εις την πλατείαν και αντίκρυσε την στημένην κρεμάλαν ήρχισε να φωνάζη συγκινητικά με όλην την δύναμιν των πνευμόνων. “Θα με κρεμάσουν; Άδικα θα με κρεμάσουν αδέρφια μου άδικα. Σώστε με μέ κρεμούν!”». Eπάνω στο ικρίωμα «Ο εθνομάρτυρας αποτεινόμενος σε εμάς, με μάτια που και την τελευταία τραγική εκείνη στιγμή μια άγνωστη όσο και χαμένη ελπίδα για τη σωτηρία της γλυκιάς ζωής που με τέτοιες συνθήκες έσβυνε, φώναξε δυνατά: “Αδέρφια άδικα με κρεμούν! Παίρνουν στο λαιμό τους τη γυναίκα μου με τα παιδιά μου. Είμαι αθώος για αυτά που με καταδικάζουν. Ας έχουν το κρίμα!”». [3]
Τον απαγχονισμό κατέγραψαν οι φωτογραφίες που διασώθηκαν από τον Θάνο Αναγνώστου και δημοσιεύθηκαν στο «Θάρρος», (φύλλο 1ης Ιουλίου 1936). Αποτελούν μοναδικό ντοκουμέντο και ανεξίτηλο αποτύπωμα μιας από τις πιο τραυματικές μνήμες στην ιστορία της πόλης.
«Εξ αριστερών προς τα δεξιά: Ο Χριστόδουλος Σαχίνης εξ Ηπείρου, προξενικός υπάλληλος Αλεξανδρουπόλεως καθ’ ήν στιγμήν ο δήμιος του περνά τον βρόγχον εν Δράμα. 2ον) Ο Σαχίνης επί της αγχόνης. 3ον) Πιστοποίησις του θανάτου του απαγχονισθέντος Σαχίνη υπό του και νυν δημοτικού ιατρού κ. Σκόρδα, εξαναγκασθέντος προς τούτο».
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέπτεται τη Δράμα (10-5-1930)
Με τα αλλεπάλληλα προσφυγικά ρεύματα που γνώρισε η Δράμα το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, δύο στους τρεις Δραμινούς ήταν πλέον προσφυγικής καταγωγής. Τα χρόνια εκείνα του φανατισμένου Εθνικού Διχασμού (ανάμεσα σε φιλοβασιλικούς και φιλοβενιζελικούς), οι πρόσφυγες είχαν ενταχθεί σύσσωμοι υπέρ του Βενιζέλου. Θεωρούσαν ότι οι δυνάμεις οι οποίες πολέμησαν τον Βενιζέλο ευθύνονταν αποκλειστικά για τη Μικρασιατική Καταστροφή που έφερε τον ξεριζωμό τους. Εύλογα λοιπόν στην προσφυγική Δράμα τη δεκαετία του 1920 ο βενιζελισμός δεν ήταν απλώς κυρίαρχη ιδεολογία αλλά θρησκεία. Για τους πρόσφυγες ο Βενιζέλος ήταν ο χαρισματικός ηγέτης-αυθεντία, ο μόνος που μπορούσε να κάνει υπερβάσεις αλλάζοντας τον ρου της ιστορίας, οδηγώντας πάλι τους ξεριζωμένους πρόσφυγες πίσω, στις “χαμένες πατρίδες”.[4]
Τον Μάιο του 1930 ο Βενιζέλος −που είχε αναδειχτεί πρωθυπουργός στις εκλογές του 1928– πραγματοποίησε περιοδεία στη Θράκη και τη Μακεδονία, και επισκέφθηκε τη Δράμα. Οι Δραμινοί τον ανέμεναν ως Μεσσία, και η πόλη είχε προετοιμαστεί ανάλογα. Ο Δήμαρχος Παζιώνης είχε κατακλύσει τους κεντρικούς δρόμους, το δημαρχιακό μέγαρο και την Πλατεία με πράσινο, με άνθη και πανό καλωσορίσματος. Στον Σιδηροδρομικό Σταθμό όπου αποβιβάστηκε ο Βενιζέλος αντίκρισε την εικόνα ενός «φρενιτιώντος λαού» ο οποίος παραληρούσε μέσα σε ατμόσφαιρα οργιώδους εορταστικού πανηγυρισμού, χωρίς να κάμπτεται από την καταρρακτώδη βροχή που «έπιπτεν ακαταπαύστως». Επιβιβάστηκε σε άνθοστόλιστο με τριαντάφυλλα αυτοκίνητο και διερχόμενος μέσα από το συνωστισμένο πλήθος που «κατέκλυζεν τους δρόμους, την πλατείαν της Δημαρχίας, τα παράθυρα, τους εξώστας, τας στέγας, παρά την πίπτουσαν επιμόνως βροχήν», έφτασε στο Δημαρχείο[5] . Όπως ανέφερε το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, «Απέναντι της Δημαρχείας επί των τοίχων της εκκλησίας του αγίου Νικολάου είναι μέγας φωτεινός πίνακας με την Ελλάδα, εμφαίνων πώς παρέλαβε την χώραν ο κ. Βενιζέλος και πού έφτασε αυτήν».[6] Θα είχε ενδιαφέρον να μαθαίναμε πώς ήταν αυτή η (ηλεκτρική;) φωτεινή κατασκευή εν έτει 1930 που εγκατέστησε ο προσφυγικής καταγωγής δαιμόνιος δήμαρχος Παζιώνης…
Το πλήθος, συνωστισμένο ασφυκτικά κάτω στην Πλατεία, παραληρούσε «παρά την επιμόνως πίπτουσαν βροχήν», ζητώντας από τον Βενιζέλο να εκφωνήσει λόγο. Εν τέλει, ο υψηλός επισκέπτης ανταποκρίθηκε εκφωνώντας σύντομο λόγο που εστιάστηκε στα προβλήματα των αγροτών προσφύγων, αποφεύγοντας να δώσει ανέξοδες υποσχέσεις. Έτσι κι αλλιώς η ομιλία του διακόπηκε λόγω της εντεινόμενης βροχής.[7]
Η επίσκεψη Βενιζέλου ήταν συγκλονιστικό γεγονός από μόνη της: για πρώτη φορά στην ιστορία της η πόλη γνώρισε τέτοια κινητοποίηση και η Πλατεία τέτοιο παλμό υψηλής αδρεναλίνης…
- 1.Θάρρος, 17-7-1934.
- 2.Θάρρος, ό.π
- 3.Θεόφιλου Αθανασιάδη, Ημερολόγιον Δράμας 1930, σελ.71-72.
- 4.«Σε πολλά χωριά της Μακεδονίας οι πρόσφυγες πήγαιναν να ψηφίσουν σχηματίζοντας μία πομπή, στην κορυφή της οποίας υπήρχε ένας πρόσφυγας που κρατούσε υψωμένη μία μεγάλη εικόνα του Βενιζέλου. Καθώς περνούσε από διάφορα χωριά, η πομπή μεγάλωνε, αφού ενσωματώνονταν σε αυτή και άλλοι πρόσφυγες». Στο Κώστας Κατσάπης, «Αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε γηγενείς και πρόσφυγες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου”, Πέρα από την Καταστροφή. Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, σελ.109.
- 5.Νέα Αλήθεια, 10-5-1930.
- 6.Νέα Αλήθεια, ό.π.
- 7.Θάρρος, 10-5-1930.


Μου ανοίγεται ένας κόσμος άγνωστος . Ντρέπομαι που το λέω αλλά ισχύει. Η ιστορία της μικρής μας πόλης. Δημήτρη Γεωργία σας ευχαριστώ πολύ.